
Online-Compendium
των ελληνογερμανικών διασταυρώσεων
To Online-Compendium (ComDeG)
αποτελεί ένα πολύπλευρο, ψηφιακό έργο αναφοράς, με ελεύθερη πρόσβαση, στόχος του οποίου είναι η ανάδειξη της ιστορίας των πολιτισμικών και επιστημονικών διασταυρώσεων στις γερμανόφωνες και ελληνόφωνες περιοχές από τον 18ο αιώνα μέχρι σήμερα. Μέσα από μια καινούρια οπτική η διμερής ιστορία γίνεται αντιληπτή ως ανέκαθεν διασταυρωμένη με διεθνικές διαδράσεις, ερμηνείες και μεταφράσεις.
Στο επίκεντρο του ComDeG βρίσκονται τα Δοκίμια, τα Άρθρα και οι Φακέλοι της Επιτομής των ελληνογερμανικών διασταυρώσεων, το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει από τη συνεργασία του Κέντρου Νέου Ελληνισμού στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Βερολίνου (CeMoG) με το Εργαστήριο Μελέτης Ελληνογερμανικών Σχέσεων (ΕΜΕΣ) στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Το ComDeG συμπληρώνουν η Βάση Πληροφόρησης με δεδομένα για πρόσωπα, θεσμούς, αντικείμενα, συμβάντα, τόπους δράσης, ζώνες επαφής και πρακτικές διαμεσολάβησης των ελληνογερμανικών διασταυρώσεων καθώς και οι συνδεδεμένες Βιβλιογραφικές Συλλογές.
Το ComDeG απευθύνεται σε ερευνητές και ερευνήτριες, φοιτητές και φοιτήτριες καθώς και στο ευρύτερο κοινό ως εργαλείο που τεκμηριώνει τον πολύπλευρο χαρακτήρα των ελληνογερμανικών σχέσεων και υποστηρίζει την έρευνα γύρω από την ιστορία τους. Συνέχεια…
Αναζήτηση στην Επιτομή
Δοκίμια στο επίκεντρο
Η αναζήτηση ενός «Κράτους Δικαίου, δημιουργού Πολιτισμού»: γερμανοί μανδαρίνοι, έλληνες διανοούμενοι και οι θεραπείες για τη νεωτερική «αρρώστια» κατά τον Μεσοπόλεμο
Σύμφωνα με τη ρηξικέλευθη μελέτη του Fritz Ringer, The Decline of the German Mandarins. The German Academic Community [Η παρακμή των γερμανών μανδαρίνων. Η γερμανική ακαδημαϊκή κοινότητα], οι γερμανοί μανδαρίνοι, κατά βάση καθηγητές των γερμανικών πανεπιστημίων και υψηλόβαθμοι υπάλληλοι της κρατικής γραφειοκρατίας, αποτελούσαν μια ελίτ, ένα κοινωνικό στρώμα το οποίο, βασιζόμενο στο πολιτισμικό του κεφάλαιο, επιζητούσε την πνευματική ηγεσία του γερμανικού έθνους. Οι ταραχώδεις εξελίξεις πριν και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και η έλευση της εποχής των μαζών προσεγγίστηκαν από τους μανδαρίνους υπό το πρίσμα της βαθιάς Κρίσης της κουλτούρας, της μάθησης και της γνώσης, των αξιών, του Πνεύματος και της Ιστορίας συνολικά. Η κορύφωση της Κρίσης κατά τον Μεσοπόλεμο απειλούσε το κοινωνικό τους γόητρο και τη θέση τους, ενόσω υπονόμευε την πολιτισμική τους αποστολή και τις συναφείς αξιώσεις. Έτσι, επιχείρησαν να αντλήσουν από την πρότερη κληρονομιά τους, προκειμένου να δώσουν τις θεωρούμενες ως ορθές απαντήσεις, είτε μοντερνιστικές είτε ορθόδοξες, στα ερωτήματα τα οποία έθετε η Κρίση, κυρίως, στην ίδρυση ενός κράτους δικαίου, που θα ενσάρκωνε τη νομιμότητα και θα δημιουργούσε πολιτισμό. Το κράτος αυτό θα στρεφόταν εναντίον ποικίλων αντιπάλων: των δυνάμεων της Μηχανής και των ειδικών της Τεχνικής, της χρησιμοθηρικής γνώσης [Science], του γερμανικού εργατικού κινήματος και της πάλης των τάξεων. Σε αυτήν την κρίσιμη καμπή εξέχοντες έλληνες δημόσιοι διανοούμενοι συναντήθηκαν –κυριολεκτικά και μεταφορικά– με την αγωνία και τους προβληματισμούς των γερμανών μανδαρίνων, ενώ κατατρύχονταν από τις δικές τους αγωνίες και ανησυχίες: η ελληνική μεσοπολεμική κρίση, το αποτέλεσμα του συνδυασμού της Μικρασιατικής Καταστροφής και της οικονομικής Κρίσης των αρχών της δεκαετίας του ’30 –παρά τη γρήγορη οικονομική ανάπτυξη και την επιτυχή διαχείρισή της– έθετε με οξύτητα δύο αλληλένδετα ζητήματα, την κρατική/κοινωνική ανοικοδόμηση και τον νέο εθνικό πολιτισμικό προσανατολισμό. Αν και ο όλος προβληματισμός στηρίζεται κυρίως στη μελέτη του Ringer, πλαισιώνεται με «εργαλεία» όπως η ιστορική κοινωνιολογία του Peter Wagner (1994. 2008), ο οποίος προσεγγίζει τον Μεσοπόλεμο ως το αποκορύφωμα της πρώτης κρίσης της νεωτερικότητας. Άλλα σημαντικά «εργαλεία» που στήριξαν τον προβληματισμό στο παρόν δοκίμιο είναι οι Σπουδές Επιστήμης και Τεχνολογίας, ιδιαίτερα η έννοια «της διανοητικής οικειοποίησης της τεχνολογίας», όπως έχει αναπτυχθεί από τους Mikael Hård και Andrew Jamison (1998), και ακόμη ορισμένες τάσεις των Σπουδών Μοντερνισμού και Φασισμού, ιδιαίτερα αυτές των Roger Griffin (2007), Peter Osborne (1995) και Dick Pels (1998. 2000, ix-xix, 1-26, 193-227), που θεωρούν τον φασισμό ως παλιγγενετικό μοντερνισμό και τονίζουν τον μελλοντικό προσανατολισμό της Συντηρητικής Επανάστασης, αλλά και αρκετές μείζονες, τέλος, συμβολές της διανοητικής ιστορίας του Μεσοπολέμου.
Βαυαροί και «νεήλυδες»: προσλήψεις της «ξενοκρατίας» και Αγωνιστές του 1821 στην οθωνική Ελλάδα (1833–1862)
Ο κυρίαρχος λόγος περί Αγωνιστών του 1821 επηρέασε καθοριστικά τις αναπαραστάσεις των Βαυαρών στη δημόσια Ιστορία της Ελλάδας. Ο λόγος αυτός διαμορφώθηκε εν πολλοίς κατά τη διάρκεια της ίδιας της οθωνικής περιόδου. Τα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν αρχικά υπέρ της βαυαρικής διακυβέρνησης στηρίχτηκαν στο αίτημα για εκσυγχρονισμό και την απαξίωση των κληροδοτημένων πρακτικών του οθωμανικού παρελθόντος. Οι παραδοσιακοί ένοπλοι εκπροσωπούσαν αυτό το παρελθόν, ταυτόχρονα όμως εκπροσωπούσαν και την Επανάσταση του 1821, την ιδρυτική πράξη του ελληνικού κράτους. Ως εκ τούτου, η διάλυση των ατάκτων στρατευμάτων της Επανάστασης και η γενικότερη στρατιωτική πολιτική των Βαυαρών, έθιγαν κατά μία έννοια την ίδια την ελληνικότητα που εκπροσωπούσαν αυτοί οι «πατριδοφύλακες» του έθνους και, μάλιστα, σε μια κοινωνία που διαπνεόταν από τη Μεγάλη Ιδέα. Ταυτόχρονα, ο αποκλεισμός των Αγωνιστών από τα δημόσια αξιώματα δημιουργούσε μια αίσθηση «αδικαίωτου» αγώνα, που ήταν υπεύθυνη για πολλές εξεγέρσεις. Παράλληλα με τις εκσυγχρονιστικές φωνές που στήριξαν αρχικά τις στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις, οι έριδες μεταξύ των Αγωνιστών συνετέλεσαν και αυτές στο να μη διαμορφωθεί εξαρχής ένα κοινό μέτωπο εναντίον των Βαυαρών. Κάθε Αγωνιστής ή φατρία προσπαθούσε να προσεταιριστεί την εξουσία και τις προσπάθειες αυτές διαδέχονταν εξεγέρσεις και επαναδιαπραγμάτευση των όρων της υποταγής. Σύντομα, όμως, και ενώ ουδέποτε εξέλειπαν οι διαγκωνισμοί μεταξύ τους, οι Αγωνιστές και οι αυτόχθονες που ιδιοποιήθηκαν αυτόν τον τίτλο συσπειρώθηκαν απέναντι σε αυτό που αντιλαμβάνονταν ως ξενοκρατία: μια τάξη πραγμάτων που τους εμπόδιζε να καταλάβουν τις δημόσιες θέσεις που θεωρούσαν οφειλόμενη επιβράβευση των εκδουλεύσεών τους. Ο Βαυαρός συνιστούσε μία κατηγορία ανεπιθύμητου ξένου, όχι απαραίτητα την απεχθέστερη. Ο «αντιβαυαρισμός» αποτελούσε έναν ακόμη ξενηλατικό λόγο, ο οποίος συνυπήρχε με τον αυτοχθονισμό και τον αντιφαναριωτισμό. Ως αντίπαλον δέος και στις τρεις περιπτώσεις εμφανιζόταν ο Αγωνιστής, ο οποίος δικαιολογούσε το μένος του, επικαλούμενος την αγανάκτηση του ελληνικού λαού απέναντι σε μια ξένη τυραννία και στους νεήλυδες έλληνες συνεργάτες της. Ωστόσο, σε αντίθεση με τον αυτοχθονισμό και τον αντιφαναριωτισμό, ο αντιβαυαρισμός μπορούσε να συμβαδίσει με την εθνική ρητορεία. Μετά τους Οθωμανούς, οι Βαυαροί υπήρξαν ο επόμενος σημασιολογικός «άλλος» που επέτρεψε στο έθνος να ορίσει την ταυτότητά του αρνητικά. Μέσα από τη σύγκρουση με τους Βαυαρούς, οι Αγωνιστές επιβεβαίωσαν την εθνική υπεροχή. Έτσι, παρότι η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου έγινε για να διωχθούν «οι Βαυαροί και κατόπιν υμείς οι ετερόχθονες», επικράτησε τελικά η εκδοχή μιας ένδοξης εθνικής αντίστασης απέναντι στη «βαυαροκρατία».
Άρθρα στο επίκεντρο
Elisabeth von Dryander
Elisabeth Viktoria Wilhelmine von Dryander (1919–2005), später Hohl-von Dryander und Treviranus-von Dryander, war eine deutsche Journalistin und Kulturschaffende, die mehrere Reiseberichte über GrMenios Nikolaidis
Der als Bürgerkriegsflüchtling um 1950 in die DDR gekommene Menios Nikolaidis gehörte in der Nachkriegszeit als Ingenieur und Wirtschaftslenker zu den prominenten Griechen des Landes. Geboren zΦάκελοι στο επίκεντρο
Die deutsch-griechischen Verflechtungen zur Zeit König Ottos
In keiner Phase der jüngeren und jüngsten Geschichte Griechenlands hat die Einführung staatlicher Institutionen zu einer vergleichbaren gesellschaftlichen und kulturellen Transformation beigetragen wie in den drei Jahrzehnten unter der Herrschaft von König Otto.
Die deutschen Philhellenismen
Das Dossier umfasst verschiedene Felder der deutsch-griechischen Verflechtungen, die bislang für gewöhnlich unter dem einheitlichen Begriff des deutschen Philhellenismus (bzw. des Mishellenismus) subsummiert wurden. Den ersten Angelpunkt der Konferenz bildet die Neubewertung der Rezeptionen von 1821 in den deutschsprachigen Ländern und die Mobilisierung, die sie in Verbindung mit den politischen Bewegungen nördlich der Alpen hervorriefen. In diesen Bewegungen waren freilich von vornherein eine politische und eine kulturelle Komponente miteinander verflochten, die politische Bewegung des Philhellenismus und die aus der einschlägigen Literatur bekannte „Tyrannei Griechenlands über Deutschland“. Selbstverständlich darf die Rolle der griechischen Gemeinden des deutschsprachigen Raumes in diesem Zusammenhang nicht vergessen werden. Den zweiten Angelpunkt bildet die Untersuchung der Transformationen, die diese politisch-kulturelle Verflechtung in den 200 Jahren nach dem Ausbruch der Griechischen Revolution erfuhr.
