Αλληλεγγύη και αντίσταση
Στις 28 Νοεμβρίου 1969, ο 35χρονος επιστημονικός βοηθός στην Ιστορία της Ανατολικής Ευρώπης στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ Γκούναρ Χέρινγκ, με μια δήλωσή του στα γερμανικά Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, ανακοίνωσε την κάθοδό του σε απεργία πείνας. Στόχος της απεργίας ήταν να πιέσει την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να ψηφίσει υπέρ της αποπομπής της ελληνικής χούντας από το Συμβούλιο της Ευρώπης καταδικάζοντας έτσι τους βασανισμούς κρατουμένων και την κατάφωρη παραβίαση των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Η απεργία πείνας του Χέρινγκ, ο οποίος είχε ήδη επισκεφτεί την Ελλάδα ως εκπρόσωπος της Διεθνούς Αμνηστίας, προκάλεσε ένα πολύ μεγάλο κύμα συμπαράστασης. Έλληνες και γερμανοί πολίτες, φοιτητικές οργανώσεις, ενώσεις ελλήνων μεταναστών, εργατικά σωματεία, πολιτικά κόμματα, όπως το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (SPD), εξέφρασαν τη συμπαράστασή τους. Τελικά, έπειτα από δέκα ημέρες, η απεργία διεκόπη, καθώς η γερμανική κυβέρνηση αποφάσισε να ψηφίσει υπέρ της αποπομπής (Δροσόπουλος, 1995).
Η υπόμνηση αυτής της ιστορίας δεν έχει στόχο μόνο να εξάρει το σθένος του εξέχοντα δασκάλου πολλών ελλήνων ιστορικών, αλλά να τονίσει τη σημασία όλων αυτών των «μικρών» και άγνωστων ιστοριών για την κατανόηση της αλληλεγγύης που αναπτύχθηκε από τον γερμανικό προς τον ελληνικό λαό. Μια αλληλεγγύη που αναπτύχθηκε σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα: από την ομοσπονδιακή σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση έως μια σειρά συνδικαλιστικά σωματεία, φοιτητικές ενώσεις, θρησκευτικές οργανώσεις, τοπικές πρωτοβουλίες, καθώς και από χιλιάδες πολίτες που πρόσφεραν πολλαπλή συμπαράσταση και συχνά καταφύγιο στους έλληνες αντικαθεστωτικούς. Σε κάθε περίπτωση, η Δυτική Γερμανία υπήρξε η ευρωπαϊκή χώρα όπου αναπτύχθηκε το σημαντικότερο κίνημα εναντίον της δικτατορίας των συνταγματαρχών και δραστηριοποιήθηκαν οι περισσότερες και πλέον μαζικές αντιδικτατορικές οργανώσεις από όλο το ελληνικό πολιτικό φάσμα, με ένα πλήθος ενεργειών και με σοβαρό αντίκτυπο στη γερμανική και διεθνή κοινή γνώμη.1Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί διευρυμένη και επεξεργασμένη μορφή του άρθρου μου στον συλλογικό τόμο του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία (Καραμανωλάκης, 2016).
Οι παράγοντες που συνέτειναν σε αυτό ήταν πολλοί: ο ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός των ελλήνων οικονομικών μεταναστών –περισσότεροι από 350.000– στη χώρα, η ενεργητική παρουσία ενός μικρού αλλά πολύ δραστήριου αριθμού φοιτητών/-τριών, καθώς και μιας ομάδας ελλήνων επιστημόνων με σημαντικές διασυνδέσεις στη γερμανική κοινωνία. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες αυτές αγωνίστηκαν εναντίον της χούντας από ένα κράτος, το οποίο δεν διέκοψε ποτέ τη σχέση του με την πατρίδα τους στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, του ΝΑΤΟ και της κοινής τοποθέτησης των δύο συμμάχων απέναντι στο κομμουνιστικό στρατόπεδο. Από την άλλη πλευρά, η επιβολή της δικτατορίας στην Ελλάδα συνέπεσε με τη σταδιακή εκλογική άνοδο του SPD και εντέλει την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Βίλι Μπραντ τον Οκτώβριο του 1969. Έκλεισε έτσι, έστω και προσωρινά, το κεφάλαιο της εικοσαετούς διακυβέρνησης της χώρας από το συντηρητικό κόμμα της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU), ενώ πολλές από τις πληγές του πρόσφατου τότε τραυματικού παρελθόντος, συνδεδεμένου με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη χιτλερική περίοδο διακυβέρνησης, έμοιαζαν να έχουν πλέον επουλωθεί. Το γερμανικό οικονομικό θαύμα είχε πλέον αποτυπωθεί σε όλους τους σχετικούς δείκτες, επιτρέποντας στη χώρα να ανακτήσει έναν σημαντικό ρόλο στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και να αναζητεί τρόπους αποτελεσματικής συνύπαρξης και συνεννόησης με την Ανατολική Γερμανία. Την ίδια ώρα, η νέα γενιά αμφισβητούσε τους προγόνους της, κατηγορώντας τους για το «ένοχο» παρελθόν τους και την ελλιπή αποναζιστικοποίηση της δημόσιας ζωής.
Οι έλληνες οικονομικοί μετανάστες στη χώρα του Κάσπαρ Χάουζερ2Η αναφορά είναι στο σχετικό κεφάλαιο «Ο Κάσπαρ Χάουζερ στην έρημη χώρα» από το μυθιστόρημα του Δημήτρη Χατζή Διπλό βιβλίο (πρώτη έκδοση: Αθήνα 1976).
Η άνοδος του SPD στην εξουσία σηματοδότησε μια πολιτική ανεκτικότητας και σε σημαντικό βαθμό συμπαράστασης στο ελληνικό αντιδικτατορικό κίνημα που αναπτύχθηκε στη Δυτική Γερμανία. Σε αυτήν την κατεύθυνση ήταν καίρια η παρουσία στη χώρα εκατοντάδων χιλιάδων ελλήνων και ελληνίδων οικονομικών μεταναστών/-στριών, που διεκδικούσαν ένα καλύτερο μέλλον σε μια χώρα που αναζητούσε εργατικό δυναμικό για να ενισχύσει τον παραγωγικό και ιδιαίτερα τον βιομηχανικό τομέα της. Στις δεκαετίες του 1950 και 1960, η Δυτική Γερμανία σύναψε μια σειρά διακρατικές συμφωνίες (με χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία, η Τουρκία, η Πορτογαλία, η Γιουγκοσλαβία) για τη μετακίνηση εργατικού πληθυσμού (Καλαφάτης/Παπαγαλάνη, 2003, 330 και γενικότερα το άρθρο). Σε αυτό το πλαίσιο υπογράφηκε, στις 30 Μαρτίου 1960, ελληνογερμανική συμφωνία. Η συμφωνία αποτέλεσε το έναυσμα για τη μετακίνηση χιλιάδων Ελλήνων και Ελληνίδων. Πιο συγκεκριμένα, από το 1960 έως το 1976, όταν διαλύθηκε η ειδική γερμανική επιτροπή για τη μετανάστευση από την Ελλάδα, μετακινήθηκαν από την Ελλάδα 623.320 «φιλοξενούμενοι εργάτες» [Gastarbeiter], όπως κατ’ ευφημισμόν ονομάστηκαν οι οικονομικοί μετανάστες, στο μέτρο που η Δυτική Γερμανία ήθελε να διατηρήσει τον προσωρινό χαρακτήρα της μετακίνησής τους, προστατεύοντας συγχρόνως τα δικαιώματα του εγχώριου εργατικού δυναμικού (Χασιώτης, 1993, 135). Σύμφωνα με τις γερμανικές στατιστικές, από τους 40.768 εργαζόμενους, χωρίς τα άλλα μέλη της οικογένειάς τους, που μετακινήθηκαν το 1960, είχαν φτάσει, το 1972, τους 268.653 (Ματζουράνης, 1974, 50). Παρά τα βραχυπρόθεσμα συμβόλαιά τους για εργασία, οι περισσότεροι παρέμειναν για χρόνια. Οι πρώτοι άντρες μετανάστες έφεραν σταδιακά τις οικογένειές τους, ενώ άρχισαν να μετακινούνται και γυναίκες, είτε για να συναντήσουν τους συζύγους τους είτε για να αναζητήσουν οι ίδιες εργασία. Το 1972, το 85% των ελληνίδων μεταναστριών εργαζόταν, το 84% των μεταναστών είχε οικογένεια, ενώ μόλις το 16% είχε μετακινηθεί αφήνοντας πίσω την οικογένειά του (Βεντούρα, 2006, 135-146). Από το 1973 και μετά και λόγω της πετρελαϊκής κρίσης, η μετανάστευση από την Ελλάδα, ουσιαστικά, σταμάτησε.
Οι μετανάστες είχαν επιλεγεί από τη γερμανική πλευρά, αφού είχαν περάσει από μια σειρά γραφειοκρατικών ελέγχων, αλλά και από ιατρική εξέταση στην Ελλάδα (Ματζουράνης/Καραμανωλάκης, 2021, 9). Οι περισσότεροι ήταν νεαρής ηλικίας, με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και προέρχονταν κυρίως από αγροτικές περιοχές της βόρειας Ελλάδας ή από εργατικά στρώματα. Οι συνθήκες που αντιμετώπισαν με την έλευσή τους στη Γερμανία ήταν πρωτόγνωρες σε σχέση με τις προηγούμενες εμπειρίες τους. Από τη μια βρέθηκαν ως ανειδίκευτοι εργάτες, με χαμηλές οικονομικές απολαβές και χωρίς καμιά γνώση της γερμανικής γλώσσας, σε ένα δύσκολο εργασιακό περιβάλλον. Οι παραγωγικοί τομείς στους οποίους απορροφήθηκαν οι άντρες οικονομικοί μετανάστες, όπως η μεταλλουργία, η αυτοκινητοβιομηχανία και η βιομηχανία ηλεκτρικών, ήταν εντελώς άγνωστοι σε αυτούς. Το ίδιο συνέβαινε και με τις γυναίκες. Οι περισσότερες εργάστηκαν στη χημική βιομηχανία, στην ηλεκτροτεχνία, στην υφαντουργία και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις (Καλαφάτης/Παπαγαλάνη, 2003, 332). Σε κάθε περίπτωση, οι περιορισμοί στη δυνατότητα της γεωγραφικής κινητικότητας εντός της χώρας και η έλλειψη πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων δημιουργούσαν έναν δεύτερης κατηγορίας πληθυσμό.
Από την άλλη, οι έλληνες μετανάστες ήλθαν σε επαφή με ένα κράτος όπου υπήρχε οργανωμένο σύστημα περίθαλψης και υγείας, με υψηλότερο βιοτικό επίπεδο από την Ελλάδα και με ένα συνδικαλιστικό κίνημα που λειτούργησε εξαρχής ενσωματώνοντας και στηρίζοντάς τους. Ήταν μια δύσκολη μετάβαση, κατά την οποία πολύ σύντομα έγινε φανερό ότι η αυτοοργάνωση και η αλληλεγγύη ήταν περισσότερο από αναγκαίες. Η άγνοια της γερμανικής γλώσσας, οι δυσκολίες επικοινωνίας με τον κρατικό γραφειοκρατικό μηχανισμό, τα καθημερινά θέματα διαβίωσης αποτελούσαν έναν συνεχή βραχνά. Η αντιμετώπισή του έγινε δυνατή χάρη, κυρίως, στη δημιουργία μιας σειράς ελληνικών κοινοτήτων, οι οποίες λειτούργησαν καθοριστικά ως χώροι συνεύρεσης, αλληλοβοήθειας, συμπαράστασης, ψυχαγωγίας. Διεκδικώντας τη συλλογική και ενιαία αντιπροσώπευση, 50 κοινότητες προχώρησαν, το 1966, στη δημιουργία ενός δευτεροβάθμιου οργάνου, της Ομοσπονδίας Ελληνικών Κοινοτήτων Δυτικής Γερμανίας και Βερολίνου, το οποίο εκπροσωπούσε 20.000 τουλάχιστον άντρες και γυναίκες οικονομικούς μετανάστες και μετανάστριες. Παράλληλα δημιουργήθηκαν διάφοροι σύλλογοι, μορφωτικοί, τοπικοί, εκπολιτιστικοί, ψυχαγωγικοί κ.ά., που ενίσχυσαν τους δεσμούς ανάμεσα στους εκπατρισμένους. Οι κοινότητες προσπάθησαν να συμβάλουν στη λύση των μεταναστευτικών προβλημάτων, μέσα από επαφή και διάλογο με τις τοπικές αρχές, αλλά κυρίως με το ελληνικό κράτος, το οποίο πίεζαν, στο πλαίσιο της ελληνογερμανικής συμφωνίας, να διαπραγματευτεί με το αντίστοιχο γερμανικό ζητήματα που έθεταν και απαιτούσαν αντιμετώπιση.
Ένα ιδιαίτερα σημαντικό βήμα για την ένταξη των μεταναστών στο νέο περιβάλλον ήταν η εγγραφή τους στα γερμανικά εργατικά σωματεία. Παρά τις αναστολές που υπήρχαν, ένα σημαντικό τμήμα, ιδιαίτερα σε κάποιους τομείς, εντάχθηκε στα συνδικάτα, επιδιώκοντας την προστασία της οργανωμένης εργατικής δύναμης. Ο Ηλίας Χατζηανδρέου, κορυφαίο στέλεχος του Συνδικάτου της Εταιρείας IG Metall [Βιομηχανική Ένωση Μετάλλου], προνομιακού τόπου εργασίας των ελλήνων μεταναστών, υπολόγιζε ότι είχαν γραφτεί σε αυτό περίπου 90.000 συμπατριώτες του (Κατσούλης, 2010, 297).
Οι έλληνες οικονομικοί μετανάστες, για να μπορέσουν να ταξιδέψουν από την Ελλάδα, έπρεπε να έχουν τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων τους, να έχουν, δηλαδή, βεβαιώσει τη νομιμοφροσύνη τους στο μετεμφυλιακό καθεστώς, σε μια χώρα που έφερε ακόμη τις πληγές του Εμφυλίου (1946-1949) και το κομμουνιστικό κόμμα παρέμενε εκτός νόμου. Στην καινούργια τους πατρίδα δεν διέκοψαν τις σχέσεις τους με την ελληνική πολιτική σκηνή, καθώς τα κόμματα τους αντιμετώπιζαν ως εν δυνάμει ψηφοφόρους τους. Στη Δυτική Γερμανία απαγορευόταν η δράση ξένων πολιτικών κομμάτων. Παρ’ όλα αυτά, τα ελληνικά πολιτικά κόμματα, κυρίως του Κέντρου (Ένωση Κέντρου) και της Αριστεράς (Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά/ΕΔΑ), έδωσαν από πολύ νωρίς το παρών τους συγκροτώντας τοπικές οργανώσεις. Μέσα από διάφορα σχήματα, όπως, λ.χ., τις Λέσχες Φίλων της ΕΔΑ, κομματικά στελέχη δραστηριοποιήθηκαν σε πολλές περιοχές της χώρας, όπου βρίσκονταν έλληνες και ελληνίδες μετανάστες και μετανάστριες. Οι νεολαιίστικες οργανώσεις των κομμάτων, η Ελληνική Δημοκρατική Νεολαία (ΕΔΗΝ) για το Κέντρο και η Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη (ΔΝΛ) για την Αριστερά, διαδραμάτισαν κρίσιμο ρόλο σε ένα ακροατήριο που ήταν, κατά το μάλλον ή ήττον, νεανικό. Οι φοιτητές και οι φοιτήτριες που προέρχονταν κυρίως από την Αριστερά, αλλά όχι μόνο, λειτούργησαν υποστηρικτικά προς αυτόν τον ελληνικό μεταναστευτικό πληθυσμό, παρέχοντας δωρεάν τις υπηρεσίες τους ως διερμηνείς ή μεσολαβώντας στην επαφή τους με τις γερμανικές αρχές.3Βλ. τη μαρτυρία του Μανόλη Αναστασιάδη, στελέχους της ΔΝΛ στη Δυτική Γερμανία την προδικτατορική περίοδο στο https://www.youtube.com/watch?v=uNaQ_yYPlFU. Η συνέντευξη στον γράφοντα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του ελληνογερμανικού ερευνητικού προγράμματος «Αλληλεγγύη και Αντίσταση. Η στήριξη της ελληνικής αντίστασης ενάντια στη στρατιωτική χούντα από τα γερμανικά κόμματα, συνδικάτα και πολιτικά ιδρύματα (1967-1974)» ΑΣΚΙ – Friedrich Ebert Stiftung, 2018. Για την Ένωση Κέντρου, βλ. την αντίστοιχη μαρτυρία του Γιώργου Βουκελάτου στο www.youtu.be /-12UIZFUmyo.
Η συγκρότηση των κοινοτήτων αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία από τις ελληνικές κρατικές αρχές, οι οποίες φοβήθηκαν την παρουσία κυρίως της Αριστεράς και την πολιτική επιρροή που μπορούσε να ασκήσει. Και πραγματικά: ο ρόλος των νέων μορφών οργάνωσης (κοινότητες, σύλλογοι) υπήρξε καθοριστικός για την καλλιέργεια ενός κλίματος συλλογικότητας, ένα κλίμα το οποίο συνδεόταν με την πολιτικοποίηση και με συγκεκριμένους πλέον πολιτικούς φορείς και ομάδες που την εξέφραζαν. Μέσα από τη συγκρότησή τους αναπτύχθηκαν δίκτυα επικοινωνίας όχι μόνο ανάμεσα στους μετανάστες αλλά και με τη γερμανική πολιτική σκηνή και την ευρύτερη κοινωνία.
Τα δίκτυα αυτά αποδείχθηκαν πολύτιμα την επομένη του πραξικοπήματος στην Ελλάδα. Η ανακοίνωση του πραξικοπήματος προκάλεσε, αμέσως, τη διοργάνωση των πρώτων διαδηλώσεων στις κυριότερες γερμανικές πόλεις, με τη συμμετοχή Ελλήνων και Γερμανών και με σκοπό τη διεθνή καταγγελία της χούντας και την ενημέρωση της κοινής γνώμης. Παράλληλα με τις κινητοποιήσεις δημιουργήθηκαν αντιδικτατορικές επιτροπές στις πόλεις όπου υπήρχαν μετανάστες, με τη συμμετοχή εκπατρισμένων από άλλες χώρες, καθώς και γερμανών πολιτών (Ματζουράνης/Καραμανωλάκης, 2021, 14–15). Πέρα από τα πρωτοσέλιδα των γερμανικών εφημερίδων, κυκλοφόρησαν πολύ γρήγορα εκδόσεις εναντίον του δικτατορικού καθεστώτος στα γερμανικά.4Βλ. ενδεικτικά τα βιβλία των Βάσου Μαθιόπουλου (Mathiopoulos, 1967) και του Έμπερχαρντ Ρόντχολτς (Rondholz, 1968), που κυκλοφόρησαν στα γερμανικά λίγους μήνες μετά το πραξικόπημα. Παράλληλα, άρχισε και η έκδοση αντιδικτατορικών εντύπων, ενώ έντυπα που κυκλοφορούσαν ήδη απέκτησαν σαφή αντικαθεστωτικό χαρακτήρα.
Η συμμετοχή των ελλήνων φοιτητών και φοιτητριών στον αντιδικτατορικό αγώνα
Πρωταγωνιστικό ρόλο στις πρώτες κινήσεις διαμαρτυρίας διαδραμάτισαν, όπως και σε όλη τη Δυτική Ευρώπη, οι έλληνες φοιτητές και φοιτήτριες που βρίσκονταν στην Ομοσπονδιακή Γερμανία. Προνομιακός τόπος ανώτατων σπουδών για την ελληνική σπουδαστική μετανάστευση σε όλο τον 19ο αιώνα και έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Δυτική Γερμανία είχε χάσει ολοκληρωτικά τα πρωτεία μετά τη ναζιστική περίοδο. Παρόλο που το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού φοιτητικού μεταναστευτικού ρεύματος στη δεκαετία του ’60 και στην επταετία κινήθηκε σε χώρες όπως η Ιταλία και η Μεγάλη Βρετανία, ακόμη και στην περίπτωση της Δυτικής Γερμανίας υπήρξε μια σημαντική ποσοστιαία αύξηση του σχετικού πληθυσμού. Υπολογίζεται ότι ο αριθμός των Ελλήνων που σπούδαζαν στα πανεπιστήμια της χώρας αυξήθηκε από 1.066 το 1970 σε 1.706 το 1974 (Panayotopoulos, 1998, 80· Drettakis, 1978, 85-106). Οι φοιτητές και οι φοιτήτριες από την Ελλάδα διασκορπίστηκαν σε όλη τη χώρα, με μια ιδιαίτερη πύκνωση στο Δυτικό Βερολίνο. Την περίοδο 1965-1975, σύμφωνα με τον Ηλία Κατσούλη, στα δύο πανεπιστημιακά ιδρύματα του Δυτικού Βερολίνου, το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο (Freie Universität) και το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο (Technische Universität), ήταν εγγεγραμμένοι περισσότεροι από 600 έλληνες φοιτητές (Κατσούλης, 2010, 295).
Οι έλληνες φοιτητές και οι ελληνίδες φοιτήτριες προχώρησαν στην ίδρυση τοπικών συλλόγων, αρχικά στο Βερολίνο, αλλά και όπου αλλού υπήρχαν πανεπιστήμια: στο Άαχεν, στο Μόναχο, στο Αμβούργο, στο Ντίσελντορφ, στο Μπραουνσβάιγκ, στη Βόννη. Για την καλύτερη αντιπροσώπευσή τους δημιούργησαν ένα δευτεροβάθμιο συνδικαλιστικό όργανο, την Ομοσπονδία των Ελληνικών Φοιτητικών Ενώσεων Δυτικής Γερμανίας και Δυτικού Βερολίνου, κατ’ αντιστοιχία με το γερμανικό παράλληλο. Μέσα από τη δράση τους μετέτρεψαν το ελληνικό ζήτημα σε υπόθεση του γερμανικού φοιτητικού κινήματος, το ανέδειξαν σε θέμα αιχμής, το ενέταξαν σε μια ατζέντα αιτημάτων και διεκδικήσεων. Εάν το επίκεντρο ήταν η Ελλάδα, παράλληλα η κριτική τους αφορούσε και το γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα και τις συνθήκες ζωής στη χώρα φιλοξενίας τους.
Η συγκυρία ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκή για την ελληνική υπόθεση. Το γερμανικό φοιτητικό κίνημα στη δεκαετία του ’60 έφτασε το απόγειό του, στο πλαίσιο του διεθνούς αγώνα της εποχής ενάντια στην τυραννία και στον αυταρχισμό σε οποιαδήποτε γωνιά της γης. Η μεταπολεμική αλλαγή του γερμανικού πανεπιστήμιου και η σταδιακή απώλεια των αριστοκρατικών χαρακτηριστικών του είχαν οδηγήσει στην ταξική διεύρυνση του φοιτητικού πληθυσμού. Οι φοιτητές και οι φοιτήτριες των γερμανικών πανεπιστημίων συμμετείχαν στους διεθνείς αγώνες εναντίον του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και του πολέμου στο Βιετνάμ, ενώ παράλληλα διεκδικούσαν την κάθαρση του καθηγητικού σώματος από τα ναζιστικά κατάλοιπα, αλλά και την επαναφορά του ζητήματος του χιτλερικού παρελθόντος της χώρας στον δημόσιο διάλογο. Η ριζοσπαστικοποίηση του φοιτητικού κινήματος αντιμετωπίστηκε συχνά με την αστυνομική βία και τον αυταρχισμό, αλλά και την απροκάλυπτη επιθετικότητα πολλών Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας.5Για το γερμανικό φοιτητικό κίνημα στη δεκαετία του ’60, βλ. Habermas, 1970, 13-30 και Klimke, 2010. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του Ρολφ Πόλε, o οποίος συμμετείχε στο νεανικό κίνημα της εποχής –συνελήφθη και καταδικάστηκε από τις γερμανικές αρχές για τη συμμετοχή του σε αυτό και στη συνέχεια ως μέλος της Φράξιας Κόκκινος Στρατός (RAF)– και ως νεαρός δικηγόρος βοήθησε στην αντιμετώπιση προβλημάτων ελλήνων μεταναστών (Πόλε, 1999). Το 1967, οι διαδηλώσεις κατά της ελληνικής χούντας, αλλά και του πολέμου στο Βιετνάμ, συντέλεσαν στη ριζοσπαστικοποίηση των χιλιάδων φοιτητών και φοιτητριών που συμμετείχαν (Τσιάκαλος/Πύλια, 29 Απριλίου 2017).
Οι παλιότεροι ελληνικοί φοιτητικοί σύλλογοι, αλλά και εκείνοι που δημιουργήθηκαν μετά την 21η Απριλίου, οργάνωσαν εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, συνεντεύξεις Τύπου, συναυλίες, καμπάνιες συμπαράστασης σε συνεργασία με ποικίλους γερμανικούς φορείς. Παράλληλα, είτε από φοιτητικούς συλλόγους είτε από παρατάξεις, κυκλοφόρησαν περιοδικά έντυπα και φυλλάδια στην ελληνική και γερμανική γλώσσα, αναδεικνύοντας όχι μόνο την αντίδραση ενάντια στο καθεστώς αλλά, συχνά, και τις μεταξύ τους πολιτικές διαφορές.6Βλ. ενδεικτικά: Πληροφοριακό Δελτίο τής Αντιφασιστικής Αντιιμπεριαλιστικής Επιτροπής Ελλήνων Φοιτητών Μπόχουμ· Φωτεινός, Περιοδικό του Συλλόγου Ελλήνων φοιτητών Μονάχου· Ενημερωτικό Δελτίο της Γενικής Γραμματείας της Ομοσπονδίας Ελληνικών Φοιτητικών Ενώσεων (Ο.Ε.Φ.Ε.)· Δελτίο τής Αντιφασιστικής, Αντιιμπεριαλιστικής Σπουδαστικής Παράταξης (Α.Α.Σ.Π.),Βερολίνο. Στο πλαίσιο της αντίδρασης εναντίον της χούντας, οι έντονα πολιτικοποιημένοι φοιτητές και φοιτήτριες ανέλαβαν, σε πολλές περιπτώσεις, τον ρόλο της ενημέρωσης αλλά και της πολιτικής στρατολόγησης των χιλιάδων μεταναστών (Μουδόπουλος, 2020).
Μια ιδιαίτερη κατηγορία αποτέλεσαν οι Έλληνες και οι Ελληνίδες που είχαν σπουδάσει στη Δυτική Γερμανία και είχαν παραμείνει στη χώρα ή αναγκάστηκαν να επιστρέψουν σε αυτή, θέλοντας να ξεφύγουν από το στρατιωτικό καθεστώς. Μαζί με άλλους συγκρότησαν ισχυρά δίκτυα πίεσης προς τη γερμανική κυβέρνηση και γενικότερα το πολιτικό προσωπικό, καθώς είχαν και το κοινωνικό στάτους για να το κάνουν και παράλληλα γνώριζαν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε η γερμανική κοινή γνώμη. Στην πρώτη κατηγορία ανήκει ο Γιώργος Βουκελάτος, που είχε σπουδάσει με γερμανική υποτροφία νομικά. Γενικός Γραμματέας της Ένωσης Κέντρου, παραιτήθηκε μετά τη σύγκρουσή του με τον Ανδρέα Παπανδρέου και ίδρυσε την «Ομάδα Δημοκρατίας», μαζί με μια σειρά από πρώην στελέχη του Κέντρου. Εξέδωσε το αντιδικτατορικό περιοδικό Δημοκρατία ενώ, λόγω των στενών του σχέσεων με τα γερμανικά συνδικάτα, συμμετείχε και στην έκδοση του ελληνόφωνου εβδομαδιαίου Δελτίου Τύπου,που εξέδιδε το Συνδικάτο της IG Metall.7Βλ. Βουκελάτος, 2003, καθώς και τη μαρτυρία του στο πρόγραμμα ΑΣΚΙ – Ebert.
Μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση είναι εκείνη του Βασίλη Μαυρίδη. Στέλεχος μιας από τις πρώτες αντιστασιακές οργανώσεις του Δημοκρατικού Εθνικού Κινήματος Αντίστασης (ΔΕΚΑ), διέφυγε στη Γερμανία, όπου είχε σπουδάσει στη Νομική Σχολή και είχε συνδεθεί με τους κύκλους των σοσιαλδημοκρατών. Εκεί βρήκε γρήγορα εργασία στην ελληνική εκπομπή της Deutsche Welle. Παράλληλα, έγινε ο εκδότης ενός αυτοσχέδιου περιοδικού που εξέδιδε ο ίδιος με τη βοήθεια ελλήνων και γερμανών φίλων του, με τον τίτλο Griechische Nachrichten und Informationen. Το περιοδικό, γραμμένο στα γερμανικά, περιλάμβανε επιλογή κειμένων της χούντας, έτσι ώστε να είναι σε θέση το ίδιο το γερμανόφωνο κοινό, και κυρίως οι ιθύνοντες, να αντιληφθούν τον πραγματικό χαρακτήρα του καθεστώτος. Στη μαρτυρία του, ο Μαυρίδης επεσήμανε πόσο σημαντική ήταν η εμπειρία των σπουδών του και πόσο τον βοήθησαν τα δίκτυα που είχε συγκροτήσει τότε για την επανένταξή του στη γερμανική κοινωνία, και κυρίως για τη δυνατότητα άσκησης πίεσης υπέρ του ελληνικού αντιδικτατορικού αγώνα στη γερμανική κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα.8Βλ. τη μαρτυρία του Μαυρίδη στο www.youtu.be/vcCVqCCzexo. Η συνέντευξη στον γράφοντα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του ελληνογερμανικού ερευνητικού προγράμματος «Αλληλεγγύη και Αντίσταση […]» (ό.π., σημ. 3).
Οι στόχοι της δράσης του αντιδικτατορικού κινήματος
Ποιοι ήταν οι στόχοι της δράσης του αντιδικτατορικού κινήματος στη Δυτική Γερμανία; Καταρχάς, αμέσως μετά την επιβολή του πραξικοπήματος, ο πρώτος στόχος ήταν η ενημέρωση της γερμανικής κοινής γνώμης για το δικτατορικό καθεστώς και τη βία που ασκούσε. Στο μέτρο που στην Ελλάδα είχε επιβληθεί η προληπτική λογοκρισία στον Τύπο, το αντιδικτατορικό κίνημα, από πολύ νωρίς, επιχείρησε να «σπάσει» τη σιωπή που είχε επιβάλει η χούντα, με συνεντεύξεις Τύπου, δημόσιες διαμαρτυρίες και καταγγελίες. Μέσα από δίκτυα πανευρωπαϊκής εμβέλειας, πληροφορίες και τεκμήρια (π.χ. μαρτυρίες βασανισμένων) η πληροφόρηση μεταφερόταν παράνομα από το εσωτερικό στο εξωτερικό. Οι κατάλογοι με τους χιλιάδες πολιτικούς κρατούμενους, οι πληροφορίες για τις αντιστασιακές ενέργειες, οι χειρόγραφες καταγγελίες για τα φριχτά βασανιστήρια9Παράλληλα, εκδόθηκαν και μαρτυρίες βασανισθέντων και φυλακισθέντων, όπως εκείνη του Τάσου Μήνη (Minis, 1973). κυκλοφορούσαν σε όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις και σε εκείνες της Γερμανίας, ενώ γίνονταν συνεχείς παρεμβάσεις για τη δημοσίευσή τους στα γερμανόφωνα Μαζικά Μέσα Επικοινωνίας. Η δημοσίευση των στοιχείων από τη στρατοκρατούμενη Ελλάδα αντέκρουε την προπαγάνδα του καθεστώτος για την ειρηνική του φυσιογνωμία και κατέρριπτε τον μύθο της θετικής αποδοχής του από την ελληνική κοινωνία. Παράλληλα, η δημοσιοποίηση των στοιχείων των συλληφθέντων από τη χούντα, οι οποίοι αγνοούνταν, συνέβαλε στην προστασία τους ενώ, τέλος, βοήθησε σε διεθνείς καμπάνιες, όπως εκείνη για την αναστολή της θανατικής ποινής στον Αλέξανδρο Παναγούλη, το 1968.
Πέρα από την ενημέρωση για τα πεπραγμένα του καθεστώτος, ο άλλος μεγάλος στόχος ήταν η απομόνωση και η διεθνής καταδίκη του. Για την πραγματοποίηση αυτού του σκοπού χρησιμοποιήθηκε ένα ευρύ ρεπερτόριο δράσεων σε πολλαπλά επίπεδα και με ποικίλους τρόπους: καταγγελίες σε διεθνείς οργανισμούς, στον ΟΗΕ, στο ΝΑΤΟ κ.α., διαβήματα στη γερμανική κυβέρνηση και στα πολιτικά κόμματα, προσέγγιση γνωστών προσώπων της δημόσιας ζωής στη Γερμανία με σκοπό να καταγγείλουν τη χούντα. Σε μαζικό επίπεδο, οργανώθηκαν πολυπληθείς διαδηλώσεις, συναυλίες συμπαράστασης, απεργίες πείνας κ.ά. Οι πιέσεις στους αξιωματούχους και η αντίδραση της κοινής γνώμης υπήρξε καθοριστική για τη στάση της γερμανικής κυβέρνησης, η οποία ζητούσε την αναστολή των σχέσεων της Ελλάδας με το Συμβούλιο της Ευρώπης, το 1969. Συνολικά, ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης πίεζε τη γερμανική κυβέρνηση ώστε να διακόψει τις σχέσεις της με το χουντικό καθεστώς.
Παράλληλα, μέσα από εράνους αλλά και επαφές με πολιτικά κόμματα και οργανώσεις γινόταν προσπάθεια να συγκεντρωθούν χρήματα για την ενίσχυση του αγώνα τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό, με την ενεργοποίηση δικτύων μεταφοράς της βοήθειας. Το αντιδικτατορικό κίνημα δημιούργησε δίκτυα φιλοξενίας και υποστήριξης των ελλήνων αυτοεξόριστων ή καταδιωκόμενων που βρέθηκαν από την Ελλάδα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Αυτά τα δίκτυα λειτούργησαν σε συνεργασία με γερμανικούς φορείς, όπως τα συνδικάτα, για την αναζήτηση κατοικίας ή εργασίας. Παράλληλα, υποστήριξαν όσους μετανάστες και όσες μετανάστριες απειλούνταν από τη χούντα ή αποστερούνταν το ελληνικό διαβατήριό τους και κινδύνευαν με απέλαση.
Έλληνες αντικαθεστωτικοί βρήκαν καταφύγιο στο γερμανικό έδαφος. Μια από τις πιο εμβληματικές περιπτώσεις ήταν εκείνη του νομικού Γεώργιου-Αλέξανδρου Μαγκάκη. Στη δεκαετία του ’60 είχε σπουδάσει και διδάξει ως υφηγητής στη Γερμανία. Μετά την 21η Απριλίου απολύθηκε από τη θέση του υφηγητή, που κατείχε στη Νομική Σχολή Αθηνών, και στη συνέχεια συνελήφθη για τη δράση του εναντίον του καθεστώτος. Έμεινε τρία χρόνια στη φυλακή, από όπου δημοσίευσε μια σειρά από κείμενα εναντίον του καθεστώτος. Το 1972 και ενώ ήταν έγκλειστος στις φυλακές, εξελέγη καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Αποφυλακίστηκε για λόγους υγείας και φυγαδεύτηκε από την Ελλάδα στη Γερμανία με τη βοήθεια του γερμανού πρέσβη Πέτερ Λίμπουργκ, ο οποίος θεωρήθηκε persona non grata για τη χούντα της Αθήνας, προκαλώντας μια μικρή κρίση στη σχέση των δύο χωρών (Βουκελάτος, 2003, 526-533).10Ένα από τα πιο γνωστά κείμενα του Μαγκάκη από τις φυλακές, με τον τίτλο Ελευθερία, αγάπη μου (αναφορά στην ίδια την έννοια, αλλά και τη συνονόματη γυναίκα του), δημοσιεύθηκε από τις εκδόσεις Attika Press-Verlag στη Φρανκφούρτη το 1971.
Οι φορείς της ελληνικής αντίστασης
Ποιοι ήταν οι φορείς που από την ελληνική πλευρά συμμετείχαν στην αντιδικτατορική δράση στη Γερμανία; Καταρχάς ήταν τα ελληνικά πολιτικά κόμματα, όπως μετασχηματίστηκαν μέσα από την καταλυτική εμπειρία του πραξικοπήματος και την κατάργηση της πολιτικής ζωής στην Ελλάδα. Εάν η συντηρητική παράταξη βρέθηκε διχασμένη ανάμεσα αρχικά στην ανοχή, τη σιωπή, την αντίσταση αλλά και, για ένα μικρό τμήμα της, τη συνεργασία με το δικτατορικό καθεστώς, οι κεντρώες και αριστερές πολιτικές δυνάμεις στράφηκαν εξαρχής εναντίον του. Σημειώνω ότι στη Δυτική Γερμανία, λόγω της ισχυρής παρουσίας των εργαζόμενων μεταναστών, υπήρξε μια αξιοσημείωτη παρουσία των κεντρώων πολιτικών δυνάμεων, σε αντίθεση, λ.χ., με την Ιταλία, όπου ήταν κυρίαρχη η παρουσία της Αριστεράς, και ιδιαίτερα αυτού του τμήματος που αυτοπροσδιορίστηκε ως «επαναστατικό», λόγω του ελληνικού φοιτητικού στοιχείου.
Στον κεντρώο χώρο, η ίδρυση από τον Ανδρέα Παπανδρέου του Πανελλήνιου Απελευθερωτικού Κινήματος (ΠΑΚ), το οποίο εμφανίστηκε με πολύ πιο ριζοσπαστικές θέσεις συγκριτικά με την Ένωση Κέντρου, δημιούργησε έντονους τριγμούς. Παρόλο που στη Γερμανία συγκροτήθηκαν πυρήνες του ΠΑΚ, δραστηριοποιήθηκε έντονα και η Ένωση Κέντρου,11Βλ. τη συλλογή ψηφιοποιημένων τεκμηρίων του Μυρώδη Αθανασίου από τη δράση της ΕΚ-ΕΔ στη Γερμανία, URL: https://www.scribd.com/search?query=user%2F93809755%2FMyrodis-Athanassiou [22 Φεβρουαρίου 2022]. αλλά και συσσωματώσεις που εγγράφονταν στο Κέντρο, όπως η «Ομάδα Δημοκρατίας» του Γιώργου Βουκελάτου. Στην Αριστερά, τα πράγματα ήταν ακόμη πιο πολύπλοκα. Η διάσπαση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, τον Φεβρουάριο του 1968, δημιούργησε νέες πραγματικότητες και στο εσωτερικό της Ελλάδας και στο εξωτερικό. Καταρχάς, η κύρια στην Ελλάδα, αλλά και στη δυτική Ευρώπη και στη Γερμανία, αντιστασιακή οργάνωση της Αριστεράς, το Πανελλήνιο Αντιδικτατορικό Μέτωπο (ΠΑΜ), γνώρισε αρκετούς κραδασμούς ωσότου ταχθεί με το μέρος του ΚΚΕ εσωτερικού. Το τελευταίο συγκρότησε παράλληλα και τον δικό του μηχανισμό, ενώ και το ΚΚΕ άσκησε την πολιτική του στον γερμανικό χώρο. Παράλληλα με τα δύο κόμματα, συνδικαλιστικές οργανώσεις και φοιτητικά και νεολαιίστικα σχήματα βρέθηκαν στη σφαίρα της επιρροής τους. Συνολικά, οι αλλαγές στον χάρτη των ελληνικών πολιτικών κομμάτων επηρέασαν καθοριστικά και το γερμανικό τοπίο, οδηγώντας σε διασπάσεις και αποχωρήσεις.
Η άλλη μεγάλη τομή αφορούσε τον Μάη του ’68 και την πολιτική ριζοσπαστικοποίηση κυρίως ενός μεγάλου μέρους των ελλήνων φοιτητών και φοιτητριών στη Δυτική Γερμανία. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία μιας σειράς πολιτικών και αντιστασιακών οργανώσεων, με σημαντικότερη τη δημιουργία του Επαναστατικού Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΕΚΚΕ), το 1970, στο Δυτικό Βερολίνο. Το ΕΚΚΕ είχε μια σημαντική παρουσία στον αντιδικτατορικό αγώνα, ενώ επέκτεινε –μέσω κυρίως της νεολαιίστικης οργάνωσής του, της Αντιφασιστικής Αντιιμπεριαλιστικής Σπουδαστικής Παράταξης Ελλάδας (ΑΑΣΠΕ)– τη δράση του στην Ελλάδα συμμετέχοντας στο εκεί φοιτητικό κίνημα και στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, τον Νοέμβριο του 1973. Οι οργανώσεις της «επαναστατικής», όπως αυτοπροσδιορίστηκε, Αριστεράς εντάχθηκαν στο αμφισβητησιακό κλίμα των ημερών και ήλθαν σε επαφή με αντίστοιχες συσσωματώσεις της γερμανικής πλευράς, προκαλώντας την προσοχή και των εκεί αρχών ασφαλείας, οι οποίες ανησυχούσαν για τους δυναμικούς τρόπους δράσης τους.12Βλ. το κείμενο του ιδρυτικού στελέχους του ΕΚΚΕ Άννας Φιλίνη, 2005, καθώς και τη μαρτυρία της στον γράφοντα στο www.youtu.be/ZFUSFHxnuNg, στο πλαίσιο του προγράμματος «Αλληλεγγύη και Αντίσταση […]» (ό.π., σημ. 3). Πέρα από οργανώσεις όπως το ΠΑΜ ή το ΠΑΚ, στη Δυτική Γερμανία έδρασαν και αρκετές άλλες αντιδικτατορικές οργανώσεις. Σημειώνουμε τη «Δημοκρατική Άμυνα» ή τον «Ρήγα Φεραίο», οι οποίες εμπνέονταν από τον αγώνα, αλλά και τις καταστατικές αρχές των ομώνυμων οργανώσεων που είχαν πρωτοϊδρυθεί στη στρατοκρατούμενη Ελλάδα.
Ελληνικά πολιτικά κόμματα και οργανώσεις έδρασαν πολλές φορές από κοινού στον χώρο της Δυτικής Γερμανίας, οργανώνοντας συλλογικές παρεμβάσεις και ενέργειες. Διαδηλώσεις, συναυλίες, δημόσιες παρεμβάσεις έφεραν συχνά την κοινή σφραγίδα πολλών συλλογικοτήτων, ελληνικών και ξένων, όπως συνέβαινε και σε όλο το αντιδικτατορικό κίνημα στο εξωτερικό. Δεν ήταν, όμως, αυτός ο κανόνας. Ο αντιδικτατορικός αγώνας στη Γερμανία δεν ήταν ενιαίος· αντιθέτως, πολύ συχνά υπήρχε ανταγωνισμός ανάμεσα στις οργανώσεις. Υπήρξαν πολλές και διαφορετικές στοχεύσεις, σημαντικές πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές. Για ορισμένες από τις αντιδικτατορικές οργανώσεις, η πτώση του στρατιωτικού καθεστώτος στην Ελλάδα θα ήταν η αρχή για την ανατροπή ολόκληρου του πολιτικού συστήματος. Ιδιαίτερα στις οργανώσεις όμορων πολιτικά χώρων ήταν έντονες οι συγκρούσεις για την ιδεολογική ή οργανωτική ηγεμονία, όπως αποτυπώθηκε σε αποχωρήσεις, καταγγελίες, διασπάσεις και επανιδρύσεις. Ζητήματα όπως ο δυναμικός ή μη χαρακτήρας της αντίστασης ταλάνισαν διαχρονικά τις οργανώσεις, ιδιαίτερα της Αριστεράς. Η «φιλελευθεροποίηση» του δικτατορικού καθεστώτος, ιδιαίτερα μετά και τον σχηματισμό της κυβέρνησης του Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη, προκάλεσαν διαφωνίες και εντάσεις σε σχέση με την τακτική που θα έπρεπε να ακολουθήσει το αντιδικτατορικό κίνημα, ακόμη και στο εσωτερικό των οργανώσεων.
Ο Τύπος στην υπηρεσία του αντιδικτατορικού αγώνα
Ένα σημαντικό τμήμα της δραστηριότητας των ελληνικών αντιστασιακών οργανώσεων αφορούσε την έκδοση περιοδικών εντύπων. Σύμφωνα με την έως τώρα έρευνα που έχει εκπονηθεί στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), στη Δυτική Γερμανία εκδόθηκαν οι περισσότεροι τίτλοι περιοδικών εντύπων συγκριτικά με τις υπόλοιπες χώρες (60 τίτλοι σε σύνολο 361). Οι περισσότεροι έχουν εκδοθεί στο Δυτικό Βερολίνο (16 τίτλοι), στη Φρανκφούρτη (οκτώ τίτλοι), στο Μόναχο (οκτώ τίτλοι), στο Αμβούργο (πέντε τίτλοι) κ.α. Κύριος φορέας έκδοσης ήταν τα ελληνικά πολιτικά κόμματα και έπειτα οι αντιστασιακές οργανώσεις και τα εργατικά σωματεία. Όπως έχει ήδη σημειωθεί, σημαντική θέση είχαν και οι περιοδικές φοιτητικές εκδόσεις. Εκτός από τα έντυπα που εκδίδονταν στη Γερμανία, το ελληνικό κοινό διάβαζε και αντιδικτατορικές εφημερίδες και περιοδικά που εκδίδονταν σε άλλες χώρες του εξωτερικού, όπως η Ελεύθερη Ελλάδα (Ρώμη) και η Ελεύθερη Πατρίδα (Λονδίνο). Τα έντυπα αυτά κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι και είχαν στόχο την ανάπτυξη του αντιδικτατορικού αγώνα, αλλά και συχνά τη στρατολόγηση στην οργάνωση που τα εξέδιδε. Στις σελίδες τους, εκτός από πληροφορίες για τον αγώνα και την κατάσταση στην Ελλάδα, συναντά συχνά κανείς και κριτικές και συγκρούσεις με άλλες οργανώσεις του αντιδικτατορικού τόξου (Καραμανωλάκης, 2010).13Βλ. επίσης τον κατάλογο που προέκυψε από το ερευνητικό πρόγραμμα των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) «Ο Παράνομος Τύπος 1936-1974: ψηφιοποίηση και θεωρητική μελέτη» (2010) [https://old.askiarchives.eu/paran.aspx] και συγκεκριμένα την ενότητα «Ο αντιδικτατορικός τύπος 1967-1974», σε επιμέλεια του Βαγγέλη Καραμανωλάκη. Το πρόγραμμα εντάχθηκε στο πρόγραμμα υποστήριξης μελετών του Ιδρύματος Λάτση το 2010. Παράλληλα, σε όλη τη Δυτική Γερμανία ανατυπώνονταν και κυκλοφορούσαν φύλλα του παράνομου αντιδικτατορικού Τύπου, όπως η Αυγή και ο Ριζοσπάστης Μαχητής.
Σε κάθε περίπτωση, η εικόνα του Τύπου είναι αντιπροσωπευτική του αντιδικτατορικού τόξου και των οργανώσεων που το απαρτίζουν. Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στη Γερμανία η πλειονότητα των εντύπων που κυκλοφορούσαν ήταν στην ελληνική γλώσσα, καθώς απευθύνονταν πρωτίστως στους χιλιάδες έλληνες μετανάστες και μετανάστριες, επιχειρώντας να τους πληροφορήσουν, αλλά και να τους πείσουν για την ανάγκη της συμμετοχής στον αντιδικτατορικό αγώνα. Μέσα από τις σελίδες τους σκιαγραφείται η κατάσταση στην Ελλάδα, αλλά παράλληλα τονίζεται η σημασία της μαζικής συμμετοχής στον αγώνα. Τα έντυπα αυτά απευθύνονταν στον έλληνα μετανάστη στη Δυτική Γερμανία τόσο ως μια ειδική κατηγορία εργαζομένου σε μια ξένη χώρα υποδοχής όσο και ως ενός νέου τύπου πολίτη, ο οποίος, στο πλαίσιο της δημοκρατικής του παιδείας, έπρεπε να αντιταχθεί στον αυταρχισμό που είχε επιβληθεί στην πατρίδα, ακόμη και αν δεν τον βίωνε στην καθημερινότητά του.
Εκτός από την έντυπη δημοσιογραφία, έναν ιδιαίτερο ρόλο διαδραμάτισε η ραδιοφωνική. Σε αυτήν την κατεύθυνση ήταν εξαιρετικά σημαντικά τα ελληνικά προγράμματα των γερμανικών ραδιοσταθμών, της Deutsche Welle (Κολωνία) και της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας (Bayerischer Rundfunk, Μόναχο). Από το 1964, στη συχνότητα της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας ακουγόταν η σαραντάλεπτη ελληνική εκπομπή για τους έλληνες μετανάστες, με ειδήσεις και προσκεκλημένους από την Ελλάδα, πληροφορίες για τη Γερμανία, αλλά και μαθήματα γερμανικής γλώσσας. Η παρουσία του Παύλου Μπακογιάννη στη διεύθυνση της εκπομπής υπήρξε καθοριστική για την αντιδικτατορική της θέση. Από την επομένη του πραξικοπήματος, η εκπομπή στάθηκε ιδιαίτερα επικριτική απέναντι στη χούντα, γεγονός που προκάλεσε τις ανεπιτυχείς απόπειρες του ελληνικού στρατιωτικού καθεστώτος για τη διακοπή της (Παπαναστασίου, 2020).14Βλ. ακόμη την αυτοβιογραφική μαρτυρία της συνεργάτριας της εκπομπής Ελένης Τορόση, 2016, καθώς και τη συνέντευξη της ίδιας στον γράφοντα στο πλαίσιο του προγράμματος «Αλληλεγγύη και Αντίσταση […]» (ό.π., σημ. 3) στο https://www.youtube.com/watch?v=S-61e0A8cqo15. Από την άλλη, η ελληνική εκπομπή της Deutsche Welle, η οποία ακουγόταν προς το εξωτερικό, μετά το 1969 και την άνοδο του SPD στην εξουσία απέκτησε έναν σαφή αντιδικτατορικό χαρακτήρα και μετατράπηκε σε πηγή πληροφόρησης και σύμβολο ελεύθερης έκφρασης για τους ακροατές της, μέσα από τις εκπομπές δημοσιογράφων όπως του Βάσου Μαθιόπουλου,16Βλ. ενδεικτικά τη δημοσίευση των πολιτικών σχολίων του στην Deutsche Welle (Μαθιόπουλος, 1975). Ο Μαθιόπουλος υπήρξε ανταποκριτής του ελληνικού Τύπου στη Γερμανία. Απολύθηκε το 1963 από το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, ενώ μετά την 21η Απριλίου διαγράφηκε και από την ΕΣΗΕΑ. Ήταν προσωπικός φίλος του Βίλι Μπραντ και η έντονη αντιδικτατορική του δράση ενοχλούσε ιδιαίτερα το καθεστώς της Αθήνας. στη στρατοκρατούμενη Ελλάδα.
Η γερμανική υποστήριξη στον ελληνικό αγώνα
Η αρνητική στάση της γερμανικής κοινής γνώμης απέναντι στην ελληνική δικτατορία αποτυπώθηκε πολύ γρήγορα είτε στα δημοσιεύματα των εφημερίδων είτε στις διαδηλώσεις και στις διαμαρτυρίες που εκδηλώθηκαν. Η γερμανική κυβέρνηση του Μεγάλου Συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών συνέχισε να διατηρεί τις στενές της σχέσεις με μια σύμμαχο χώρα του ΝΑΤΟ, στο πλαίσιο του διεθνούς Ψυχρού Πολέμου. Σε αυτό συντελούσε και ο φόβος της ότι, σε περίπτωση διακοπής των σχέσεων, θα μπορούσε η ελληνική κυβέρνηση να αναγνωρίσει τη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ).
Από την άλλη, επιχείρησε από την πρώτη στιγμή να πάρει τις αποστάσεις της από ένα δικτατορικό καθεστώς εντός της Ευρώπης. Οι αποστάσεις αυτές έγιναν πολύ πιο διακριτές μετά την άνοδο του SPD στην εξουσία και την εκλογή του Βίλλυ Μπραντ ως καγκελάριου. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και μέσα στο SPD, η στάση δεν ήταν πάντοτε ομόφωνη ούτε και ενιαία, ιδιαίτερα όταν υπεισέρχονταν ζητήματα κυβερνητικής πολιτικής και διαφορετικών στρατηγικών εντός των κομματικών μηχανισμών. Πέρα από τον Ψυχρό Πόλεμο, ο φόβος για τις οικονομικές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει η διακοπή των σχέσεων με την Ελλάδα υπήρξε ένας ισχυρός παράγων για τη διατήρηση αυτής της επαμφοτερίζουσας στάσης.
Σε κάθε περίπτωση, η γερμανική κυβέρνηση στήριξε την ελληνική αντίσταση είτε προσφέροντας άσυλο σε καταδιωκόμενους Έλληνες και Ελληνίδες, είτε δίνοντας διαβατήριο σε όσους το στερούσε η χούντα, είτε διατηρώντας τις ελληνικές εκπομπές στο γερμανικό ραδιόφωνο παρά τις καταγγελίες του καθεστώτος κ.ο.κ. Από την άλλη, συνομιλούσε και συνεργαζόταν σε διάφορα επίπεδα με το χουντικό καθεστώς.17Για την επισκόπηση των ελληνογερμανικών σχέσεων στο μεταπολεμικό κόσμο, βλ. Αποστολόπουλος, 2018, και ιδιαίτερα για τη σχέση με την Ευρώπη, βλ. Μπότσιου, 2010. Όπως εύστοχα έχει παρατηρήσει ο Χάγκεν Φλάισερ, ήταν μια προσπάθειά της «να τετραγωνίσει τον κύκλο» (Φλάισερ, 2016).
Εάν αυτό αφορούσε την κεντρική κυβέρνηση, τα πράγματα ήταν πιο σύνθετα στην περίπτωση των τοπικών κρατιδίων, όπου η στάση ποίκιλλε ανάλογα με την πολιτική θέση των κυβερνώντων. Στη Βαυαρία, λ.χ., η κυβέρνηση του Φραντς Γιόζεφ Στράους ενίσχυσε τη σχέση της με το δικτατορικό καθεστώς, επιδιώκοντας και τη συνέχιση των οικονομικών συναλλαγών, γεγονός που εύλογα ενδιέφερε και την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Τα πράγματα ήταν πολύ πιο ξεκάθαρα όσον αφορά τα εργατικά συνδικάτα, στα οποία συμμετείχαν και οι έλληνες μετανάστες, σύμφωνα με τη σχετική γερμανική πολιτική. Τα σωματεία, και πάλι με την ισχυρή παρουσία του SPD, ενίσχυσαν με πολλαπλούς τρόπους τον αντιδικτατορικό αγώνα, προσφέροντας οικονομική ενίσχυση και προστασία στους έλληνες μετανάστες, οι οποίοι υπήρξαν στην πλειονότητά τους μέλη τους. Εκτός από τα συνδικάτα, η Ευαγγελική Εκκλησία διαδραμάτισε έναν σημαίνοντα ρόλο στην προστασία των ελλήνων μεταναστών, έχοντας άλλωστε εξουσιοδοτηθεί σχετικά από το γερμανικό κράτος. Δική της ευθύνη ήταν και τα «ελληνικά σπίτια», θεσμοί με στόχο την επιμόρφωση και ψυχαγωγία των ελλήνων μεταναστών. H διαχείριση τέτοιων θεσμών αποτέλεσε αντικείμενο σύγκρουσης ανάμεσα σε φιλοχουντικές και αντιχουντικές δυνάμεις.
Πέρα από τις αντιδράσεις από τα «πάνω», υπήρξαν και από τα «κάτω». Σε όλη την περίοδο της δικτατορίας δημιουργούνταν σύλλογοι και πρωτοβουλίες από Γερμανούς και κάποτε και Έλληνες με σκοπό την αντίδραση εναντίον του καθεστώτος. Φυσικά, υπήρχαν και οι ατομικές πρωτοβουλίες εναντίον της ελληνικής χούντας. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπήρχε μία ομόθυμη αντίδραση εναντίον της χούντας. Καταρχάς, το πλέον συντηρητικό τμήμα της γερμανικής κοινωνίας, όπως, λ.χ., το κόμμα της Χριστιανοκοινωνικής Ένωσης, αντιμετώπιζε θετικά ένα καθεστώς που ήθελε να αντιμετωπίσει τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Άλλοι αντιμετώπιζαν με εχθρότητα τις αντιδικτατορικές ενέργειες των Ελλήνων στη Γερμανία, εχθρότητα συνδεδεμένη με την όλη αρνητική τους στάση απέναντι στους μετανάστες, στο μέτρο άλλωστε που οι αρχικές γερμανικές κυβερνητικές εξαγγελίες για τον προσωρινό χαρακτήρα της μετανάστευσης διαψεύστηκαν γρήγορα.18Βλ. τη μαρτυρία της Ζίγκριντ Ξάνθου για την εχθρότητα με την οποία αντιμετώπισε ο γερμανός πατέρας της τον μέλλοντα σύζυγό της, Λευτέρη, και τη δική της σταδιακή εμπλοκή στον ελληνικό αντιδικτατορικό αγώνα (Ξάνθος/Ξάνθου, 2016).
Από την άλλη, το ελληνικό ζήτημα, για ένα σημαντικό τμήμα της γερμανικής κοινής γνώμης, ήταν μια «δική του» υπόθεση. Για αυτό το τμήμα, που απαιτούσε από το κράτος να υπερασπιστεί την ελευθερία και τη δημοκρατία, 22 χρόνια μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αποτελούσε επιτακτικό αίτημα να κρατήσει η γερμανική κυβέρνηση αρνητική στάση απέναντι στους έλληνες στρατοκράτες. Και το αίτημα γινόταν ακόμα πιο επιτακτικό εφόσον αφορούσε την Ελλάδα, τη χώρα που είχε αποτελέσει το λίκνο της δημοκρατίας, όπως είχαν μάθει οι Γερμανοί μέσα από το εκπαιδευτικό τους σύστημα. Είναι χαρακτηριστική η φράση του νεαρού, τότε, υποψήφιου διδάκτορα Χάγκεν Φλάισερ:
Με τους, έστω συχνά ανιαρούς κόκκους ουμανιστικής εκπαίδευσής μου είχα αγαπήσει τον κλασικό πολιτισμό. Αβάσταχτη ήταν η σκέψη πως η «ελεύθερη» δυτική Ευρώπη, με εξαίρεση τα προφανώς ακλόνητα δικτατορικά ιβηρικά απολιθώματα, είχε μολυνθεί και από άλλο ένα φασιστοειδές καθεστώς – στη χώρα του Θουκυδίδη, που ονειρευόμουν, να τη γνωρίσω.19Βλ. Φλάισερ, 2015, 436 και γενικότερα το άρθρο, όπου αναφέρεται στην προσωπική του σχέση με το ναζιστικό παρελθόν, ως μέλος της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς στη Γερμανία.
Σε μια περίοδο έντονων αμφισβητήσεων, ιδιαίτερα για το νεολαιίστικο γερμανικό κίνημα, η ελληνική περίπτωση αποτελούσε έναν ακόμη κρίκο σε μια αλυσίδα η οποία εκτεινόταν σε όλο τον κόσμο, από το Βιετνάμ στην Ισπανία, μια αλυσίδα ιμπεριαλισμού και εκμετάλλευσης, η οποία έπρεπε να συντριβεί.
Η στάση της χούντας
Σε αντίθεση με άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, όπου η χούντα σε γενικές γραμμές δεν επιχείρησε να περιορίσει τις αντιδικτατορικές κινήσεις, στη Δυτική Γερμανία κινήθηκε εντελώς διαφορετικά. Λόγω του μεταναστευτικού πληθυσμού, ενδεχομένως, προσπάθησε από την πρώτη στιγμή να περιορίσει τις αντιδράσεις εναντίον της. Αρχικά, παρεμβαίνοντας σε κεντρικό επίπεδο με υπομνήματα και καταγγελίες, είτε αυτά απευθύνονταν προς την ομοσπονδιακή κυβέρνηση ή τις κυβερνήσεις των τοπικών κρατιδίων είτε τις διευθύνσεις των ραδιοφωνικών σταθμών, της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας και της Deutsche Welle. Παράλληλα, επιχείρησε να προσεταιριστεί τον μεταναστευτικό πληθυσμό με διάφορους τρόπους, όπως με ατομικές διευκολύνσεις ή χρηματοδοτήσεις προς συλλόγους που το στρατιωτικό καθεστώς ήθελε να ενισχύσει. Στο μέτρο που η χούντα δεν μπορούσε να ελέγξει τις κοινότητες των μεταναστών, προχώρησε στη δημιουργία χουντικών ελληνικών συσσωματώσεων. Πέραν αυτού, χρησιμοποίησε την εκπαίδευση, καθώς πέρα από τα γερμανικά σχολεία, στα οποία υποχρεωτικά φοιτούσαν τα παιδιά των μεταναστών, παράλληλα είχαν δημιουργηθεί από την ελληνική πολιτεία ειδικά σχολεία ώστε να λαμβάνουν ελληνική αγωγή. Η χούντα χρησιμοποίησε την εκπαίδευση ως μέσο ιδεολογικής προπαγάνδας του καθεστώτος. Στελέχωσε τα σχολεία με προσωπικό δικής της επιλογής από την Ελλάδα20Στον αντιδικτατορικό Τύπο, και ιδιαίτερα στην εβδομαδιαία εφημερίδα Ελεύθερη Ελλάδα που εκδιδόταν στη Ρώμη, υπήρχαν συχνά καταγγελίες για τη διδασκαλία στα ελληνικά σχολεία, από την πένα, κατά κύριο λόγο, του δημοσιογράφου Γιώργου Ματζουράνη. και εκμεταλλεύτηκε κάθε ευκαιρία για να αναδείξει το έργο της και παράλληλα την αποδοχή του από τους μετανάστες. Σε αυτήν την κατεύθυνση, οι εθνικές επέτειοι αποτέλεσαν ένα προνομιακό πεδίο – αλλά κάποτε και πεδίο βίαιων συγκρούσεων με αντιδικτατορικές οργανώσεις που αντιδρούσαν στη διοργάνωση των εκδηλώσεων και επιχειρούσαν να τις διαλύσουν, προκαλώντας ακόμη και την παρέμβαση της γερμανικής αστυνομίας.21Βλ. «Τα γεγονότα του Σάντμπακ και Όφφενμπαχ. Συντριπτική ήττα των πρακτόρων της χούντας στη Γερμανία», Δημοκρατία. Μηνιαίο περιοδικό Ελεύθερων Ελλήνων,τχ. 32-33, Μάρτιος-Απρίλιος 1969, 11.
Το κυριότερο, όμως, όπλο του καθεστώτος ήταν ο φόβος. Με κέντρο τα προξενεία, οι χουντικές αρχές τρομοκρατούσαν τους μετανάστες ή τους φοιτητές απειλώντας τους με τη στέρηση του διαβατηρίου και την απαγόρευση εισόδου στην Ελλάδα. Πίεζαν, μάλιστα, τις γερμανικές αρχές για να απελαύνουν όσους και όσες είχαν στερηθεί τα διαβατήριά τους. Στο Αννόβερο υπήρξαν καταγγελίες από την τοπική διοίκηση της IG Metall ότι ο γενικός πρόξενος είχε συγκροτήσει ομάδες ενόπλων με σκοπό να τρομοκρατήσει τους έλληνες μετανάστες. Στη Βόννη, ο σύμβουλος Τύπου της εκεί ελληνικής πρεσβείας προσπάθησε να αγοράσει το Attika Press Verlag, το κατεξοχήν τυπογραφείο του αντιδικτατορικού Τύπου, αλλά απέτυχε, καθώς υπήρξαν πολλές αντιδράσεις (Ραϊτσίνης, 2017).22Οι αντιδικτατορικές εφημερίδες και τα περιοδικά στη Γερμανία κυκλοφορούσαν με καταγγελίες για τη βία του καθεστώτος, π.χ. «Η παρακρατική δράση των φασιστών», Δελτίο για τη Γερμανία της Οργάνωσης Ελλήνων Μαρξιστών-Λενινιστών, αρ. φ. 11, 21 Φεβρουαρίου 1971, 7-9. Το 1969, τα διαβατήρια έξι ελλήνων συνδικαλιστών ακυρώθηκαν από την ελληνική χούντα, καθώς συμμετείχαν σε αντιδικτατορική διαδήλωση. Το αποτέλεσμα ήταν η απέλασή τους από τις τοπικές γερμανικές αρχές, λόγω έλλειψης έγκυρων διαβατηρίων. Εναντίον της απόφασης αντέδρασε η Συνομοσπονδία Γερμανικών Συνδικάτων της Δυτικής Γερμανίας, ακυρώνοντάς τη. Βλ. «Μάχη για τα διαβατήρια», εφ. Σπίθα, φ. 2, Απρίλιος 1969, 3.
Οι προξενικές αρχές διατύπωναν απειλές για τα συγγενικά πρόσωπα των μεταναστών που είχαν παραμείνει στην Ελλάδα. Προσπαθούσαν να στρατολογήσουν πληροφοριοδότες εντός του αντιδικτατορικού κινήματος. Τον Δεκέμβριο του 1970, έλληνας μετανάστης, που είχε μεταβεί στον Πύργο Ηλείας για να παντρευτεί, συνελήφθη καθώς είχε στην κατοχή του ένα φύλλο παράνομης αντιδικτατορικής εφημερίδας. Μετά από βασανιστήρια, του έγινε η πρόταση να επιστρέψει στη Γερμανία, αλλά να δίνει πληροφορίες για τους αντιπάλους της χούντας. Επέστρεψε στη Γερμανία και κατήγγειλε το καθεστώς (Ραϊτσίνης, 2017). Πληροφοριοδότες του προξενείου ενημέρωναν τους φακέλους για την αντιδικτατορική δράση συγκεκριμένων ελλήνων και ελληνίδων μεταναστριών ή φοιτητών/-τριών και προχωρούσαν σε καταγγελίες στις γερμανικές αρχές εναντίον τους.
Επίλογος
Το αντιδικτατορικό κίνημα που αναπτύχθηκε στη Δυτική Ευρώπη και η αλληλεγγύη από ένα μέρος του γερμανικού στον ελληνικό λαό αποτελούν κοινό κεφάλαιο της ιστορίας των δύο χωρών, αλλά παράλληλα και μέρος μιας διεθνικής ιστορίας συνδεδεμένης με τις μείζονες αλλαγές που σηματοδότησε η δεκαετία του ’60 στις κοινωνίες του δυτικού κόσμου.
Σε αυτήν την κατεύθυνση και σε μια Ευρώπη όπου η οικονομική μετανάστευση αποτέλεσε ένα από τα χαρακτηριστικά της μεταπολεμικής περιόδου, οι έλληνες και οι ελληνίδες μετανάστες και μετανάστριες αποτέλεσαν έναν ισχυρό παράγοντα για τη μαζικοποίηση και ανάπτυξη του αντιδικτατορικού κινήματος. Δεν γνωρίζουμε πόσο μεγάλος ήταν ο αριθμός όσων συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις. Ένας σημαντικός αριθμός από αυτούς ήταν ήδη προδικτατορικά συνδεδεμένος με το Κέντρο ή με την Αριστερά. Οι δύο αυτοί πολιτικοί χώροι πρωτοστάτησαν στον αγώνα εναντίον της χούντας. Κάποιοι και κάποιες συνδέθηκαν με τις αντιδικτατορικές κινήσεις στη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας. Το μεγαλύτερο μέρος, πιθανότατα, έμεινε αδρανές, αποστασιοποιήθηκε από τα ελληνικά πολιτικά πράγματα, λόγω του φόβου για τις επιπτώσεις που θα είχε αυτό μετά την επιστροφή τους στην Ελλάδα ή στα συγγενικά τους πρόσωπα εκεί. Προφανώς, υπήρξαν και μετανάστες οι οποίοι υποστήριξαν το καθεστώς· δεν συγκρότησαν, όμως, κάποιο σημαντικό, παρεμβατικό τουλάχιστον, ρεύμα.
Η διαπίστωση ενός ισχυρού αντιδικτατορικού ρεύματος στις τάξεις των οικονομικών μεταναστών συνδέεται προφανώς και με τις ισχυρές εμπειρίες της μετακίνησής τους. Η μετανάστευση υπήρξε μια κρίσιμη μετασχηματιστική διαδικασία για όσους και όσες την έζησαν. Παρόλο που, σε μεγάλο βαθμό, βρέθηκαν κάτω από μια διπλή διάκριση στην κοινωνία υποδοχής τους –ξένοι και εργαζόμενοι σε εργασίες που θεωρούνταν «κατώτερες»–, από την άλλη γνώρισαν μια καινούργια ζωή σε αστικά κέντρα, όπου οι συνθήκες ζωής ήταν σταδιακά καλύτερες από αυτές που είχαν βιώσει στη χώρα προέλευσής τους. Όπως αφηγούνταν προδικτατορικά ένας μετανάστης στον Γιώργο Ματζουράνη:
Η γυναίκα μου δουλεύει στο νοσοκομείο. Τρώει κιόλας εκεί μεσημέρι βράδυ. Φέρνει και στο σπίτι καμιά φορά σαλάμια και γιαούρτι. Παίρνει εφτακόσια μάρκα και τι κάνει; Πλένει πιάτα με την ησυχία της μέσα στη ζεστούλα. Μωρέ καλά είμαστε. Να σ’ είχα ν’ ανεβαίνεις χειμώνα τα μετσοβίτικα και να ’ρχεται κι αυτή από πίσω που έχωνε τα ποδάρια της όπου έβρισκε μαλακό χιόνι και μουσκεύανε, τώρα στο νοσοκομείο, ούτε γιατρός στο χωριό. Μοναχά να μη μας διώξουνε λέω εγώ (Ματζουράνης, 2000).
Παράλληλα, η ύπαρξη ενός συγκεκριμένου, έστω και περιοριστικού, πλαισίου, όπως το καθόριζε η ελληνογερμανική συμφωνία, έθετε με σαφήνεια τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, πέρα από πολιτικούς ή άλλους περιορισμούς. Η ένταξή τους στα γερμανικά συνδικάτα επέτεινε το αίσθημα ασφάλειας και την αίσθηση της προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, η μετακίνηση, είτε για οικονομικούς λόγους είτε λόγω σπουδών, έφερε τους μετανάστες σε επαφή με ένα διαφορετικό περιβάλλον, γεμάτο δυσκολίες μα και προκλήσεις, σε έναν νέο τρόπο ζωής. Οι νεαροί μετανάστες, άνδρες και γυναίκες, έγιναν δέκτες πολυάριθμων πληροφοριών και ερεθισμάτων που δεν μπορούσαν παρά να οδηγούν συνεχώς στη σύγκριση. Αποφασισμένοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, αγωνιούσαν για την επόμενη ημέρα –όπως αποτυπώνεται στα έντυπα, στις αναμνήσεις, στις μαρτυρίες τους–, για την κατάσταση της χώρας τους στο μέλλον. Για πολλούς και πολλές από αυτούς, ο αντιδικτατορικός αγώνας υπήρξε μια διαδικασία συνειδητοποίησης αλλά και σύσφιξης των σχέσεων με τους ομοεθνείς τους μα και τους Γερμανούς υποστηρικτές τους. Γνωρίζουμε ότι για τα ελληνικά πολιτικά κόμματα η περίοδος της δικτατορίας υπήρξε ένα μεγάλο εργαστήριο ώσμωσης και αναδιάταξης. Η αντίθεση στη χούντα έγινε το κοινό σημείο συνάντησης ανθρώπων που είχαν διατρέξει διαφορετικές, αντιθετικές πολιτικές διαδρομές, ενώ ο αντιδικτατορικός αγώνας αποτέλεσε ένα κρίσιμο πεδίο επεξεργασίας του μετεμφυλιακού τραύματος. Παρά την ύπαρξη ισχυρών ενδείξεων ότι σημαντικό μέρος του ελληνικού μεταναστευτικού πληθυσμού συμμετείχε στον αντιδικτατορικό αγώνα, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό και η περαιτέρω μελέτη του είναι αναγκαία, όχι μόνο για την κατανόηση της περιόδου της δικτατορίας, αλλά και για τα όσα ακολούθησαν στην ελληνική Μεταπολίτευση.





