To Online-Compendium (ComDeG)

αποτελεί ένα πολύπλευρο, ψηφιακό έργο αναφοράς, με ελεύθερη πρόσβαση, στόχος του οποίου είναι η ανάδειξη της ιστορίας των πολιτισμικών και επιστημονικών διασταυρώσεων στις γερμανόφωνες και ελληνόφωνες περιοχές από τον 18ο αιώνα μέχρι σήμερα. Μέσα από μια καινούρια οπτική η διμερής ιστορία γίνεται αντιληπτή ως ανέκαθεν διασταυρωμένη με διεθνικές διαδράσεις, ερμηνείες και μεταφράσεις.
Στο επίκεντρο του ComDeG βρίσκονται τα Δοκίμια, τα Άρθρα και οι Φακέλοι της Επιτομής των ελληνογερμανικών διασταυρώσεων, το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει από τη συνεργασία του Κέντρου Νέου Ελληνισμού στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Βερολίνου (CeMoG) με το Εργαστήριο Μελέτης Ελληνογερμανικών Σχέσεων (ΕΜΕΣ) στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Το ComDeG συμπληρώνουν η Βάση Πληροφόρησης με δεδομένα για πρόσωπα, θεσμούς, αντικείμενα, συμβάντατόπους δράσηςζώνες επαφής και πρακτικές διαμεσολάβησης των ελληνογερμανικών διασταυρώσεων καθώς και οι συνδεδεμένες Βιβλιογραφικές Συλλογές.
Το ComDeG απευθύνεται σε ερευνητές και ερευνήτριες, φοιτητές και φοιτήτριες καθώς και στο ευρύτερο κοινό ως εργαλείο που τεκμηριώνει τον πολύπλευρο χαρακτήρα των ελληνογερμανικών σχέσεων και υποστηρίζει την έρευνα γύρω από την ιστορία τους. Συνέχεια…

Αναζήτηση στην Επιτομή

Οι πολιτισμικοί διαμεσολαβητές των ελληνογερμανικών μεταφραστικών παραδόσεων: από τα ελληνικά στα γερμανικά

Αφετηρία του ερευνητικού έργου που παρουσιάζεται εδώ ήταν η διαπίστωση ότι οι μεταφραστές και οι μεταφράστριες από και προς τις δύο κατευθύνσεις εξακολουθούν να ανήκουν στους «μεγάλους άγνωστους» των ελληνογερμανικών διασταυρώσεων, αν και η σημασία τους για τη διακρατική μεταφορά γνώσεων, ιδεών και απόψεων είναι αδιαμφισβήτητη. Στόχος της παρούσας μελέτης ήταν να εξετάσει αυτή την ομάδα διαμεσολαβητών σε μια συλλογική βιογραφική προοπτική.

Από γερμανικής πλευράς, οι πρώτες επαφές με τη σύγχρονη Ελλάδα και τη νεοελληνική γλώσσα στις αρχές του 19ου αιώνα δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο της φιλελληνικής στράτευσης, λογοτεχνικών και επιστημονικών ενδιαφερόντων. Οι μεταφραστές αυτής της περιόδου ήταν κυρίως κλασικοί φιλόλογοι και άλλες ομάδες ανθρώπων με κατάρτιση στην κλασική φιλολογία. Αργότερα κατά τη διάρκεια του αιώνα, αυτές οι ομάδες μεταφραστών συμπληρώθηκαν από τους πρώτους νεοελληνιστές, καθηγητές γλώσσας και ανθρώπους με ελληνογερμανικό προφίλ στην προσωπική, επαγγελματική και επαγγελματική τους ζωή.

Οι ελληνογερμανικές σχέσεις στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα καθορίστηκαν από την εμπειρία δύο παγκόσμιων πολέμων και πολλαπλών κρίσεων, αλλά και από τις αυξανόμενες θεσμικές αλληλεξαρτήσεις, στις οποίες συχνά συμμετείχαν οι μεταφραστές αυτής της περιόδου. Πολλοί από αυτούς εργάστηκαν ως αρχαιολόγοι, δάσκαλοι, γλωσσικοί ή πολιτιστικοί διαμεσολαβητές, τουλάχιστον για ένα διάστημα, σε γερμανικά ιδρύματα στην Ελλάδα ή σε ιδρύματα που σχετίζονται με την Ελλάδα στη Γερμανία, γεγονός που διαμόρφωσε και το μεταφραστικό τους έργο.

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο τομέας της ελληνογερμανικής μετάφρασης διασπάστηκε σε διαφορετικές επιμέρους περιοχές, οι οποίες αντιστοιχούσαν αφενός στην πολιτική διαίρεση του γερμανόφωνου χώρου σε Ανατολή και Δύση και αφετέρου στην ανάδυση ενός γερμανόφωνου και ενός ελληνόφωνου μεταφραστικού χώρου. Στις παράλληλες εξελίξεις αυτών των χώρων περιλαμβάνεται, για παράδειγμα, η έντονη αύξηση των γυναικών μεταφραστών, αλλά και ο αυξανόμενος αριθμός μεταφραστών με ελληνικό ή ελληνογερμανικό οικογενειακό υπόβαθρο ή/και διαπολιτισμικό προφίλ ζωής και καριέρας. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της μεταφραστικής κουλτούρας της Ανατολικής Γερμανίας, εκτός από την πολιτική καθοδήγηση στον χώρο της μετάφρασης, ήταν ο μεγάλος αριθμός συλλογικών μεταφραστικών έργων, που συνήθως χαρακτηρίζονταν από τη συνεργασία Ελλήνων και Γερμανών φυσικών ομιλητών. Στο δυτικογερμανικό πλαίσιο, οι πανεπιστημιακές έδρες νεοελληνικών σπουδών και τα ελληνικά παραρτήματα πολιτιστικών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, όπως το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, το Ινστιτούτο Γκαίτε ή οι Γερμανικές Σχολές, εξελίχθηκαν σε σημαντικά κέντρα κατάρτισης και παραγωγής ελληνογερμανικής μετάφρασης. Ο εκδοτικός οίκος Romiosini Verlag, που ιδρύθηκε το 1982, υπήρξε για μεγάλο χρονικό διάστημα ο σημαντικότερος διαμεσολαβητής ελληνικών και ελληνόγλωσσων βιβλίων στον γερμανόφωνο χώρο και λειτούργησε επίσης ως κέντρο ενός ευρέως διαφοροποιημένου μεταφραστικού δικτύου.

Κατά τα τελευταία 30 χρόνια, πολλές από τις προαναφερθείσες τάσεις είτε σταθεροποιήθηκαν είτε ακόμη και εντάθηκαν, ενώ είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο το ολοένα και πιο διαπολιτισμικό εκπαιδευτικό και επαγγελματικό προφίλ των μεταφραστών. Ωστόσο, σε αντίθεση με τις εξελίξεις στη γερμανοελληνική μετάφραση, δεν υπήρξε αύξηση του αριθμού των συστηματικών μεταφραστών ή ακόμη και των μεταφραστών πλήρους απασχόλησης κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Οι λόγοι γι‘ αυτό είναι μάλλον η περιορισμένη δεκτικότητα της γερμανικής αγοράς βιβλίου και λογοτεχνίας σε «μικρότερες» λογοτεχνίες και γλώσσες, αλλά και οι «χαμένες ευκαιρίες» προηγούμενων χρηματοδοτικών πρωτοβουλιών και τελικά μάλλον και η συχνά συμπτωματική σύνδεση των αντίστοιχων προσώπων με τη μετάφραση. Ταυτόχρονα, η μετάφραση μεταξύ γλωσσών και πολιτισμών εξακολουθεί να αποτελεί λειτούργημα για πολλά από τα άτομα που ασχολούνται με αυτήν, γεγονός που έχει οδηγήσει σε αυξημένη αυτοοργάνωση και δικτύωση μεταξύ των μεταφραστών τα τελευταία χρόνια.

μετάφραση από τα γερμανικά: Ιφιγένεια Παπούλη

Η γερμανική πολιτική συμφιλίωσης 2014-2019 και ο ρόλος των ελληνικών μαρτυρικών κοινοτήτων

Η παρούσα μελέτη διερευνά, από τη σκοπιά της πολιτικής επιστήμης, τη γερμανική πολιτική συμφιλίωσης έναντι της Ελλάδας κατά την περίοδο 2014-2019, επισκοπώντας κι εξετάζοντας παράλληλα τη σχετική νεότερη ακαδημαϊκή βιβλιογραφία στο ερευνητικό πεδίο της συμφιλίωσης. Παρουσιάζονται τα ελλείμματα και τα χαρακτηριστικά των διμερών σχέσεων κατά τα τελευταία 70 χρόνια, και περιγράφεται η αλλαγή της γερμανικής πολιτικής που πραγματοποιήθηκε. Αντικείμενο της ανάλυσης καθίστανται επίσης συμβολικές χειρονομίες, όπως η εκφώνηση λόγων σε εκδηλώσεις μνήμης και οι καταθέσεις στεφάνων, αλλά και πρακτικές πρωτοβουλίες, όπως η ίδρυση του Ελληνογερμανικού Ταμείου για το Μέλλον και του Ελληνογερμανικού Ιδρύματος Νεολαίας. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος δεν βρίσκεται όμως μονάχα η γερμανική πολιτική συμφιλίωσης, αλλά και οι ελληνικές μαρτυρικές πόλεις και τα μαρτυρικά χωριά, ήτοι οι αποδέκτες της εν λόγω πολιτικής. Με αυτόν τον τρόπο φανερώνονται οι δυνατότητες, αλλά και τα όρια των γερμανικών συμβολικών κινήσεων, όσον αφορά στη διαμόρφωση μιας κοινής κουλτούρας μνήμης και στην ολοκλήρωση της διαδικασίας της συμφιλίωσης. Για λόγους οριοθέτησης του αντικειμένου της μελέτης, δεν εξετάστηκαν τα ζητήματα που σχετίζονταν με τις εβραϊκές κοινότητες της Ελλάδας και τις αποζημιώσεις. Κατά τα λοιπά, το άρθρο επιχειρεί να συμβάλλει στη μελέτη μιας διαδικασίας προσέγγισης που αναμένονταν εδώ και πολύ καιρό. Η επιτυχής περαίωση της διαδικασίας αυτής εξαρτάται από το ενδιαφέρον και την αποφασιστικότητα που θα επιδείξουν οι διάφοροι δρώντες και από τις δύο χώρες. Σε κάθε περίπτωση συνιστά σίγουρα ένα κομβικό σημείο των ελληνογερμανικών διασταυρώσεων.

Μετάφραση από τα γερμανικά: Άκης Παραφέλας

Άρθρα στο επίκεντρο

Moriz Carrière Moriz Carrière (1817–1895‏) war ein deutscher Philosoph, Kunsthistoriker und Schriftsteller. 1842 gab Carrière gemeinsam mit seinen Berliner Studienfreunden Heinrich Bernhard Oppenheim und Da
Johann Kaspar von OrelliJohann Kaspar von Orelli (1787–1849) war ein Schweizer Philologe und Philhellene. Nach theologischen und philologischen Studien arbeitete Orelli zunächst für einige Jahre als Prediger und Lehre

Φάκελοι στο επίκεντρο

Die deutsch-griechischen Verflechtungen zur Zeit König Ottos

In keiner Phase der jüngeren und jüngsten Geschichte Griechenlands hat die Einführung staatlicher Institutionen zu einer vergleichbaren gesellschaftlichen und kulturellen Transformation beigetragen wie in den drei Jahrzehnten unter der Herrschaft von König Otto.

Die deutschen Philhellenismen

Das Dossier umfasst verschiedene Felder der deutsch-griechischen Verflechtungen, die bislang für gewöhnlich unter dem einheitlichen Begriff des deutschen Philhellenismus (bzw. des Mishellenismus) subsummiert wurden. Den ersten Angelpunkt der Konferenz bildet die Neubewertung der Rezeptionen von 1821 in den deutschsprachigen Ländern und die Mobilisierung, die sie in Verbindung mit den politischen Bewegungen nördlich der Alpen hervorriefen. In diesen Bewegungen waren freilich von vornherein eine politische und eine kulturelle Komponente miteinander verflochten, die politische Bewegung des Philhellenismus und die aus der einschlägigen Literatur bekannte „Tyrannei Griechenlands über Deutschland“. Selbstverständlich darf die Rolle der griechischen Gemeinden des deutschsprachigen Raumes in diesem Zusammenhang nicht vergessen werden. Den zweiten Angelpunkt bildet die Untersuchung der Transformationen, die diese politisch-kulturelle Verflechtung in den 200 Jahren nach dem Ausbruch der Griechischen Revolution erfuhr.