Ο Γκούσταβ Zόιτερ (1883–1965) ήταν Γερμανός κλασικός φιλόλογος, βυζαντινολόγος και νεοελληνιστής.
Μετά τη φοίτηση του στο ανθρωπιστικό γυμνάσιο της γενέτειράς του, του Μονάχου, ο Ζόιτερ σπούδασε κλασική φιλολογία, αρχαιολογία και γερμανική φιλολογία από το 1902 έως το 1907 στο πανεπιστήμιο του Μονάχου. Στη συνέχεια πήγε για δύο χρόνια στη Σμύρνη, όπου δίδαξε γερμανικά στο ελληνογερμανικό λύκειο του Δρ. Κ. Γιαννίκη και απέκτησε τις πρώτες του γνώσεις στα νέα ελληνικά. Το αυξανόμενο ενδιαφέρον του Ζόιτερ για τις νεοελληνικές σπουδές εκφράστηκε ήδη με τη διατριβή του, η οποία ολοκληρώθηκετο 1912 με τον τίτλο Untersuchungen zu den neugriechischen Sprachkomödien Babylonia von D. K. Byzantios und Korakistika von K. J. Rhizos [Μελέτες για τις νεοελληνικές κωμωδίες με γλωσσικό θέμα Βαβυλωνία του Δ.Κ. Βυζάντιου και Κορακιστικά του Κ.Ι.Ρίζου].
Στα χρόνια που ακολούθησαν ο Ζόιτερ εργάστηκε κυρίως ως δάσκαλος γυμνασίου. Η εργασία του διακόπηκε στο τέλος του 1916 λόγω της διετούς εμπλοκής του ως διερμηνέα στο Γκέρλιτς, όπου παρέμεναν μεταξύ του 1916 και 1919 οι «φυλακισμένοι φιλοξενούμενοι» ενός φιλοβασιλικού τάγματος του ελληνικού στρατού. Αυτή την δραστηριότητα εκμεταλλεύτηκαν ο Ζόιτερ, ο δάσκαλός του στο Μόναχο, Χάιζενμπεργκ, και άλλοι Γερμανοί νεοελληνιστές, πραγματοποιώντας εντατικές γλωσσολογικές μελέτες και συλλογή εκτεταμένου υλικού. Αυτό το υλικό χρησιμοποίησε ο Ζόυτερ εν μέρει στο ανθολόγιο Sprachlich und inhaltlich interessante Proben aus griechischen Zeitungen [Ενδιαφέροντα ως προς τη γλώσσα και το περιεχόμενό τους αποσπάσματα από τις ελληνικές εφημερίδες] που εκδόθηκε το 1917 και εν μέρει σε μεταγενέστερες δημοσιεύσεις.
Από το 1919 ο Ζόιτερ κατείχε, παράλληλα με την εργασία του δασκάλου, μια άμισθη θέση Λέκτορα Νεοελληνικής Γλώσσας στο Πανεπιστήμιο του Βύρτσμπουργκ, όπου το 1921 ολοκλήρωσε την υφηγεσία του με τη μελέτη Das volkstümliche Distichon bei den Neugriechen [Το λαϊκό δίστιχο στους Νέους Έλληνες]. Τα επόμενα χρόνια, ο Ζόιτερ συνέχισε, διατηρώντας τη θέση του στο σχολείο, τις έρευνές του στα πεδία των βυζαντινών σπουδών και της νεοελληνικής δημώδους παραγωγής. Μεταξύ 1927 και 1836 εργάστηκε ως έκτακτος, μη μόνιμος Καθηγητής Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Βύρτσμπουργκ. Τη σημαντικότερη ερευνητική συμβολή αυτών των χρόνων αποτελεί η έκδοση και μερική μετάφραση εκ νέου της συλλογής νεοελληνικών δημοτικών τραγουδιών του Βέρνερ φον Χαξτχάουζεν (1935) με τον γερμανιστή Καρλ Σούλτε-Κέμινγκχάουζεν. Τα χρόνια που ακολούθησαν, ο Ζόυτερ δημοσίευσε μεταξύ άλλων το έργο Grammatik und Lesebuch der neugriechischen Volks– und Schriftsprache [Γραμματική και αναγνωστικό της νεοελληνικής δημοτικής και γραπτής γλώσσας] (1944), που επανεκδόθηκε αρκετές φορές έως και τη δεκαετία του 1960.
Το 1936 ο Ζόυτερ διαδέχθηκε τον Καρλ Ντίτεριχ, ο οποίος είχε πρόσφατα αποβιώσει, στην Έδρα της Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Λειψίας. Είναι προς διερεύνηση ο βαθμός στον οποίο ο διορισμός του και η μετέπειτα διδακτική του δραστηριότητα σχετίζονται με την ιδιότητά του ως μέλους του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος (βλ. Irmscher, 1987; Pechlivanos, 2015). Σε κάθε περίπτωση, μετά το τέλος του πολέμου δεν επετράπη στον Ζόιτερ η επιστροφή στο παλιό εργασιακό του περιβάλλον, ενώ το 1950 βρήκε μια θέση ως εντεταλμένος διδάσκων στο Πανεπιστήμιο του Έρλανγκεν.
μετάφραση από τα γερμανικά: Συντακτική ομάδα ComDeG
