ΕΠΙΤΟΜΗ

Τα Δοκίμια της Επιτομής διακρίνονται σε τέσσερις κατηγορίες, τις Μικροϊστορίες (θεματικά και χρονικά εστιασμένες μελέτες περίπτωσης), τις Μακροδιαδικασίες (πρακτικές διαμεσολάβησης, δίκτυα, πολιτικές και δομές), τα Μετα-αφηγήματα (έννοιες, ερμηνευτικά σχήματα, στερεότυπα) και τις Παρουσιάσεις (λ.χ. ερευνητικά προγράμματα ή και βιβλιοκρισίες).
Τα εγκυκλοπαιδικά Άρθρα προσφέρουν σύντομες πληροφορίες για πρόσωπα, θεσμούς, τόπους, μέσα και αντικείμενα των ελληνογερμανικών διασταυρώσεων.
Οι Φάκελοι συγκεντρώνουν επιλεγμένα δοκίμια και άρθρα ώστε να προσφερθεί εποπτική εικόνα για συγκεκριμένες θεματικές ενότητες.

Νέα δοκίμια

Bayern und „Zugereiste“: Rekrutierungen durch die „Fremdherrschaft“ und die Veteranen des Freiheitskampfes von 1821 zur Regierungszeit von König Otto in Griechenland (1833 – 1862)

Der vorherrschende Diskurs über die Freiheitskämpfer von 1821 hat die Darstellungen der Bayern in der öffentlichen Geschichte Griechenlands entscheidend beeinflusst. Dieser Diskurs hat sich in großen Teilen bereits während Ottos Regierungszeit herausgebildet. Die anfangs zu Gunsten der bayerischen Regierung vorgebrachten Argumente stützten sich auf die Forderung nach Modernisierung und die Ablehnung der überkommenen Praktiken der osmanischen Vergangenheit. Die traditionellen Waffenträger verkörperten diese Vergangenheit, gleichzeitig jedoch verkörperten sie auch den Freiheitskampf von 1821, den Gründungsakt des griechischen Staates. Daher verletzten die Auflösung der irregulären Streitkräfte des Freiheitskampfes und die allgemeine Militärpolitik der Bayern in gewissem Sinne das Griechentum selbst, das diese „Schützer der Nation“ repräsentierten, vor allem in einer Gesellschaft, die von der „Megali Idea“ durchdrungen war. Gleichzeitig verursachte der Ausschluss der Freiheitskämpfer von den öffentlichen Ämtern ein Gefühl des „nicht entgoltenen“ Kampfes, das ursächlich war für viele Aufstände. Parallel zu den Modernisierungsverfechtern, die anfangs die Militärreformen unterstützten, trugen die Streitigkeiten zwischen den Freiheitskämpfern ihrerseits dazu bei, dass sich nicht von Anfang an eine gemeinsame Front gegen die Bayern bildeten. Jeder Freiheitskämpfer oder jede Faktion versuchte, sich mit der Staatsgewalt zu verbünden, und auf diese Bemühungen folgten Aufstände und erneute Verhandlungen über die Bedingungen der Unterwerfung. Sehr bald jedoch, und ohne dass die Drängeleien untereinander jemals aufhörten, scharten sich die Freiheitskämpfer und die Autochthonen, die sich diesen Titel aneigneten, gegenüber dem zusammen, was als Fremdherrschaft aufgefasst wurde: ein Zustand, der sie hinderte, die öffentlichen Stellen einzunehmen, die sie als für ihre Dienste geschuldete Belohnung ansahen. Der Bayer bildete die Kategorie des unerwünschten Fremden, nicht notwendigerweise die verabscheuungswürdigste. Das „Ressentiment gegen die Bayern“ war einer der ausländerfeindlichen Diskurse, der mit dem Autochthonenkult und der Bewegung gegen die Fanarioten koexistierte. Als Gegenentwurf aller drei Fälle erschien der Freiheitskämpfer, der seine Wut rechtfertigte, indem er sich auf die Empörung des griechischen Volkes gegenüber einer fremden Tyrannei und deren zugereisten griechischen Helfern berief. Im Gegensatz jedoch zum Autochthonenkult und der Bewegung gegen die Fanarioten passte das Ressentiment gegen die Bayern in den nationalen Diskurs. Nach den Osmanen waren die Bayern der nächste semantische „Andere“, der es der Nation erlaubte, ihre Identität negativ zu definieren. Im Konflikt mit den Bayern haben die Freiheitskämpfer ihre nationale Überlegenheit bekräftigt. Obwohl also die Revolution vom 3. September geschah, damit „die Bayern und anschließend wir die Auslandsgriechen“ vertrieben wurden, hat sich letztlich die Version des ruhmreichen nationalen Widerstands gegen die „Bavarokratie“ durchgesetzt.

Übersetzung aus dem Griechischen: Ulf-Dieter Klemm

Von Frankfurt nach Athen: Wie Kosmas Psychopedis „Kritische Theorie“ liest

Ausgebildet im Umfeld Adornos und der Frankfurter Schule, machte sich Kosmas Psychopedis seit seiner Studienzeit und den Jahren erster Universitätstätigkeit in Deutschland die spezifische „kritische Haltung“ zu eigen, die diese Schule kennzeichnet, und entwickelte ein Kreis philosophischer und sozialwissenschaftlicher Forschungen, mit dem er – besonders nach seiner Rückkehr 1981 – Einfluss auf die Formung und Gestaltung des akademischen und darüber hinaus politischen Ambientes in Griechenland nahm. Mit großer Beharrlichkeit wies er auf die Bedeutung einer „den Begriffen innewohnenden Politik“ hin, engagierte sich in einem ebenso systematischen wie leidenschaftlichen Kampf für eine theoretische und zugleich praktisch-interventionistische Arbeit zur Sicherung der politischen und gesellschaftlichen Maßstäbe, die die Aufklärung propagiert und marxsche Kritik wie zeitgenössische Realität als gefährdet hervorgehoben hatten. In Verfolg dieses Ziels nutzte Psychopedis den gesamten Begriffsapparat, den ihm die „Kritische Theorie“ insbesondere in Adornos Ausprägung bereitstellte, wobei er manche Positionen auf der Grundlage zusätzlicher eigener Thesen vorwiegend kantianischer Provenienz ergänzte und neuinterpretierte. Auf diese Weise erweiterte er das Kerngefüge der Frankfurter Problemsetzung, die auf einem Konzept von Kritik als „Verhalten“ und als eine auf bestimmte Negation begründete Praxis fußt; damit verschärfte und verallgemeinerte er zugleich den Anspruch auf eine wertorientierte Theorie. Diese Intensivierung verleiht der vorliegenden Version der „Kritischen Theorie“ eine spezifische Färbung, die sie bis zu einem gewissen Grad von derjenigen Adornos abhebt und ihr gleichzeitig ermöglicht, mit zeitgenössischen normativen Theorien ins Gespräch zu kommen. Vor allem aber fordert Psychopedis‘ Schaffen aufgrund seiner besonderen Ausrichtung dazu auf, die irrationalen Elemente relativistischer Denkmodelle zu überprüfen, die in den letzten Jahrzehnten in Griechenland, aber auch in Deutschland reüssiert haben.

Übersetzung aus dem Griechischen: Joachim Winkler

Η γερμανική νομική επίδραση στο ελληνικό αστικό δίκαιο κατά την εποχή της βασιλείας του Όθωνα: Υποδοχή και μετεξέλιξη

Οι τρεις δεκαετίες της βασιλείας του Όθωνα στην Ελλάδα (1832–1862) χαρακτηρίζονται, μεταξύ άλλων, και από τα πρώτα ισχυρά ίχνη της αδιάλειπτης επί σχεδόν δύο αιώνες γερμανικής νομικής επίδρασης στο ελληνικό αστικό δίκαιο. Κατά τη διάρκεια της βαυαροκρατίας η επιρροή αυτή γνώρισε διάφορες φάσεις, εμφάνισε πολλές πλευρές και διακυμάνσεις. Κυρίως, υπό τη διοίκηση της Αντιβασιλείας, και ενόσω ακόμη ο Όθωνας ήταν ανήλικος, ο Γκέοργκ Λούντβιχ φον Μάουρερ (Georg Ludwig von Maurer), κρατικός αξιωματούχος και ιστορικός του δικαίου στη Βαυαρία, επέφερε, μέχρι και την ανάκλησή του το 1834, πρωτοποριακές βελτιώσεις στην ελληνική έννομη τάξη. Οι κυριότερες εξ αυτών ήταν η εκτεταμένη κωδικοποίηση της ελληνικής νομοθεσίας, η οποία βασίστηκε, μεταξύ άλλων, σε γερμανικά πρότυπα και ίσχυσε για περισσότερο από έναν αιώνα στην Ελλάδα, και η συλλογή των εθιμικών κανόνων που ίσχυαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, οι οποίοι, σύμφωνα με τον Μάουρερ, θα έπρεπε να συγκροτήσουν τη βάση επεξεργασίας ενός νέου Αστικού Κώδικα (Volksgesetzbuch). Οι προσπάθειες για την επεξεργασία μιας σύγχρονης ελληνικής νομοθεσίας συνεχίστηκαν και από άλλους γερμανούς νομικούς, όπως ο Γκότφριντ Φέντερ (Gottfried Feder) και ο Έμιλ Χέρτζογκ (Emil Herzog). Στις συμβολές των γερμανών νομικών συγκαταλέγονται επίσης η ίδρυση του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ιδιαίτερη σημασία για την εξέλιξη της ελληνικής έννομης τάξης είχε προπαντός το Βασιλικό Διάταγμα της 23ης Φεβρουαρίου 1835 »Περί πολιτικοῦ Νόμου«, στο οποίο δινόταν η διαταγή για τη σύνταξη ενός Αστικού Κώδικα. Ταυτόχρονα διακηρύσσονταν η προσωρινή ισχύς της Εξαβίβλου, μιας νομοθετικής συλλογής του τότε ισχύοντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου η οποία συντάχθηκε από τον έλληνα δικαστή Κωνσταντίνο Αρμενόπουλο το 1345 στα ελληνικά, καθώς επίσης διακηρυσσόταν και η εξακολούθηση της ισχύος του εθιμικού δικαίου. Το γεγονός, ωστόσο, ότι η πρώτη επαφή του ελληνικού δικαίου με τη γερμανική νομική σκέψη κατάφερε να βρει γόνιμο έδαφος, με αποτέλεσμα να μπορέσει να επικρατήσει σταδιακά η γερμανική νομική επίδραση στο ελληνικό αστικό δίκαιο κατά τα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα, οφείλεται κυρίως σε έναν έλληνα ακαδημαϊκό με γερμανική νομική παιδεία: Ο Παύλος Καλλιγάς έθεσε τις βάσεις για την έως σήμερα συνεχή γερμανική επίδραση στο ελληνικό αστικό δίκαιο, ευνοώντας την εισαγωγή στην Ελλάδα του ακμάζοντος τότε στη Γερμανία πανδεκτισμού, και εισάγοντας τη θεωρία των »πρωταρχικών πηγών δικαίου« για την ερμηνεία του Βασιλικού Διατάγματος της 23ης Φεβρουαρίου 1835. Η επίδραση της γερμανικής νομικής σκέψης δεν ανάγεται όμως μονάχα στη δράση των γερμανών και των ελλήνων νομικών, αλλά ενισχύθηκε επίσης και από το γεγονός ότι τόσο το γερμανικό, όσο και το ελληνικό δίκαιο βασίστηκαν ουσιαστικά στα ίδια θεμέλια, ήτοι στο ρωμαϊκό δίκαιο. Τέλος, οι ρίζες του γεγονότος ότι οι δημιουργοί του ελληνικού Αστικού Κώδικα χρησιμοποίησαν σε μεγάλο βαθμό τον γερμανικό Αστικό Κώδικα του 1900 ως πρότυπο για το περιεχόμενο και τη διατύπωση μιας σειράς διατάξεων, εντοπίζονται, μεταξύ άλλων, στην εποχή του βασιλιά Όθωνα και στις απαρχές της επιρροής του γερμανικού δικαίου στο ελληνικό.

Μετάφραση από τα Γερμανικά: Άκης Παραφέλας

Νέα άρθρα

Karl Macke Karl Macke (1849–1915) war ein deutscher Gymnasiallehrer, Literat, Literaturherausgeber und Übersetzer. Nach theologischen und orientalisch-philologischen Studien an den Universitäten Müns
Βίλχελμ ΜύλλερΟ Βίλχελμ Μύλλερ (Wilhelm Müller, 1794-1827) ήταν γερμανός ποιητής, φιλόλογος, κριτικός της λογοτεχνίας και μεταφραστής,
Eduard Schwyzer Eduard Schwyzer (1874–1943) war ein Klassischer Philologe und Linguist, der sich schwerpunktmäßig mit der Erforschung der griechischen Sprachgeschichte beschäftigte und sich in diesem Zusammenh

Νέοι φάκελοι

Ελληνογερμανικές διασταυρώσεις στα χρόνια του Όθωνα

Δεν υπάρχει άλλη περίοδος της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδας κατά την οποία η εισαγωγή κρατικών θεσμών να μετασχηματίζει την κοινωνία και τα πολιτισμικά πρότυπα σε βαθμό ανάλογο με αυτόν που παρατηρείται κατά τις τρεις δεκαετίες της βασιλείας του Όθωνα.

Οι γερμανικοί φιλελληνισμοί

Αυτός ο φάκελος συμπεριλαμβάνει τα πεδία των διασταυρώσεων μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας στο κεφάλαιο που έχουμε συνηθίσει να αντιλαμβανόμαστε ως ενιαίο γερμανικό φιλελληνισμό (ή και με αρνητικό πρόσημο μισελληνισμό). Ο πρώτος άξονας του συνεδρίου αφορά στην επανεκτίμηση των προσλήψεων του 1821 στις γερμανόφωνες χώρες και την κινητοποίηση που αυτές προκάλεσαν σε συνδυασμό με τα πολιτικά κινήματα βορείως των Άλπεων. (Σε αυτά τα κινήματα διασταυρώθηκαν άλλωστε εξαρχής μία πολιτική και μία πολιτισμική συνιστώσα, το πολιτικό φιλελληνικό κίνημα και η περιώνυμη στη σχετική βιβλιογραφία πολιτισμική τυραννία της αρχαίας Ελλάδας πάνω στη Γερμανία). Είναι αυτονόητο ότι, ο ρόλος των ελληνικών κοινοτήτων του γερμανόφωνου χώρου δεν θα πρέπει να ξεχαστεί σε αυτή την ενότητα. Με τον δεύτερο άξονα του συνεδρίου επιχειρείται η μελέτη των μετατοπίσεων αυτής της διασταύρωσης πολιτικής και πολιτισμικής συνιστώσας στα 200 χρόνια μετά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, στην επέτειο της οποίας είναι αφιερωμένο το συνέδριο.

Ελληνογερμανικές διασταυρώσεις από τη Γερμανική Αυτοκρατορία στην εισβολή της Βέρμαχτ στην Ελλάδα

Ο νόστος των μορφωμένων Γερμανών για την κοιτίδα εκείνων των στοιχείων που καθόρισαν την προσωπική και κοινωνική τους ταυτότητα παρέμεινε αμείωτος. Συγχρόνως, οι Έλληνες που επεδίωκαν κοινωνικό κύρος μέσω της μόρφωσης επηρεάστηκαν κυρίως από τους Γερμανούς (αν και όχι μόνο) ως προς τον τρόπο που έβλεπαν τον εαυτό τους.