
Online-Compendium
των ελληνογερμανικών διασταυρώσεων
To Online-Compendium (ComDeG)
αποτελεί ένα πολύπλευρο, ψηφιακό έργο αναφοράς, με ελεύθερη πρόσβαση, στόχος του οποίου είναι η ανάδειξη της ιστορίας των πολιτισμικών και επιστημονικών διασταυρώσεων στις γερμανόφωνες και ελληνόφωνες περιοχές από τον 18ο αιώνα μέχρι σήμερα. Μέσα από μια καινούρια οπτική η διμερής ιστορία γίνεται αντιληπτή ως ανέκαθεν διασταυρωμένη με διεθνικές διαδράσεις, ερμηνείες και μεταφράσεις.
Στο επίκεντρο του ComDeG βρίσκονται τα Δοκίμια, τα Άρθρα και οι Φακέλοι της Επιτομής των ελληνογερμανικών διασταυρώσεων, το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει από τη συνεργασία του Κέντρου Νέου Ελληνισμού στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Βερολίνου (CeMoG) με το Εργαστήριο Μελέτης Ελληνογερμανικών Σχέσεων (ΕΜΕΣ) στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Το ComDeG συμπληρώνουν η Βάση Πληροφόρησης με δεδομένα για πρόσωπα, θεσμούς, αντικείμενα, συμβάντα, τόπους δράσης, ζώνες επαφής και πρακτικές διαμεσολάβησης των ελληνογερμανικών διασταυρώσεων καθώς και οι συνδεδεμένες Βιβλιογραφικές Συλλογές.
Το ComDeG απευθύνεται σε ερευνητές και ερευνήτριες, φοιτητές και φοιτήτριες καθώς και στο ευρύτερο κοινό ως εργαλείο που τεκμηριώνει τον πολύπλευρο χαρακτήρα των ελληνογερμανικών σχέσεων και υποστηρίζει την έρευνα γύρω από την ιστορία τους. Συνέχεια…
Αναζήτηση στην Επιτομή
Δοκίμια στο επίκεντρο
Ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς. Πολιτισμικές μεταφορές μεταξύ γερμανικού και ελληνικού εθνορομαντισμού
Ο μεσαιωνικός θρύλος του κοιμωμένου εσχάτου βασιλέως υπήρξε κοινή παράδοση, λόγια και λαϊκή, τόσο του ανατολικού όσο και του δυτικού χριστιανικού μεσαίωνα. Κάτι ανάλογο μπορεί να υποστηριχθεί και για τις νεωτερικές μεταπλάσεις και εργαλειοποιήσεις του μύθου στο πλαίσιο του γερμανικού και του ελληνικού εθνορομαντισμού. Στους σημαντικότερους σταθμούς αυτής της πορείας στην πρώτη περίπτωση θα συγκατέλεγε κανείς την καταγραφή του θρύλου ως Deutsche Sage [γερμανικό παραμύθι/μύθο] από τους αδερφούς Grimm (1816), το σύγχρονο (1817) εμβληματικό ποίημα Barbarossa του Friedrich Rückert, την υιοθέτηση του μοτίβου από τον αυτοκράτορα Γουλιέλμο Α΄, που με το παρωνύμιο Barbablanca εμφανίστηκε ως ενσάρκωση και εκπλήρωση του θρύλου και, τέλος, την οικοδόμηση και τα εγκαίνια του σχετικού μνημείου στο κάστρο Kyffhäuser (1896). Σημαντικοί σταθμοί στην τροχιά που διέγραψε ο «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς» στα ελληνικά πράγματα ήταν η δημοσίευση της ομώνυμης «δημώδους παραδόσεως» με σχόλια από τον Νικόλαο Πολίτη (1904) αλλά και, νωρίτερα, το ποίημα του Γεωργίου Βιζυηνού με τίτλο «Ο τελευταίος Παλαιολόγος» (1883), όπως και εν γένει η προικοδότηση του διαδόχου του ελληνικού θρόνου Κωνσταντίνου, και μέσω του θρύλου, με τον τίτλο του Κωνσταντίνου ΙΒ΄. Και στις δύο περιπτώσεις τη νεωτερική διαδρομή του συμβόλου χαρακτήριζε η εκκοσμίσκευσή του με τη σιωπηρή απάλειψη των αρχικών εσχατολογικών του συνδηλώσεων. Στο δοκίμιο σκιαγραφούνται οι παράλληλες χρήσεις του μοτίβου, αλλά και οι υφιστάμενες διασταυρώσεις και πολιτισμικές μεταφορές μεταξύ της γερμανικής και της ελληνικής περίπτωσης, η σύνθετη σχέση προνεωτερικών παραδόσεων και νεωτερικών χρήσεων, ενώ επιχειρείται η ερμηνεία όχι μόνο των αναλογιών, αλλά και των διαφορών: Αν για τη Γερμανία ο μύθος νομιμοποιούσε μετά το 1871 μια συντελεσμένη πολιτική πραγματικότητα, για τον ελληνικό μεγαλοϊδεατισμό συμβόλιζε και συμπύκνωνε το ζητούμενο.
Η γερμανική νομική επίδραση στο ελληνικό αστικό δίκαιο κατά την εποχή της βασιλείας του Όθωνα: Υποδοχή και μετεξέλιξη
Οι τρεις δεκαετίες της βασιλείας του Όθωνα στην Ελλάδα (1832–1862) χαρακτηρίζονται, μεταξύ άλλων, και από τα πρώτα ισχυρά ίχνη της αδιάλειπτης επί σχεδόν δύο αιώνες γερμανικής νομικής επίδρασης στο ελληνικό αστικό δίκαιο. Κατά τη διάρκεια της βαυαροκρατίας η επιρροή αυτή γνώρισε διάφορες φάσεις, εμφάνισε πολλές πλευρές και διακυμάνσεις. Κυρίως, υπό τη διοίκηση της Αντιβασιλείας, και ενόσω ακόμη ο Όθωνας ήταν ανήλικος, ο Γκέοργκ Λούντβιχ φον Μάουρερ (Georg Ludwig von Maurer), κρατικός αξιωματούχος και ιστορικός του δικαίου στη Βαυαρία, επέφερε, μέχρι και την ανάκλησή του το 1834, πρωτοποριακές βελτιώσεις στην ελληνική έννομη τάξη. Οι κυριότερες εξ αυτών ήταν η εκτεταμένη κωδικοποίηση της ελληνικής νομοθεσίας, η οποία βασίστηκε, μεταξύ άλλων, σε γερμανικά πρότυπα και ίσχυσε για περισσότερο από έναν αιώνα στην Ελλάδα, και η συλλογή των εθιμικών κανόνων που ίσχυαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, οι οποίοι, σύμφωνα με τον Μάουρερ, θα έπρεπε να συγκροτήσουν τη βάση επεξεργασίας ενός νέου Αστικού Κώδικα (Volksgesetzbuch). Οι προσπάθειες για την επεξεργασία μιας σύγχρονης ελληνικής νομοθεσίας συνεχίστηκαν και από άλλους γερμανούς νομικούς, όπως ο Γκότφριντ Φέντερ (Gottfried Feder) και ο Έμιλ Χέρτζογκ (Emil Herzog). Στις συμβολές των γερμανών νομικών συγκαταλέγονται επίσης η ίδρυση του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ιδιαίτερη σημασία για την εξέλιξη της ελληνικής έννομης τάξης είχε προπαντός το Βασιλικό Διάταγμα της 23ης Φεβρουαρίου 1835 »Περί πολιτικοῦ Νόμου«, στο οποίο δινόταν η διαταγή για τη σύνταξη ενός Αστικού Κώδικα. Ταυτόχρονα διακηρύσσονταν η προσωρινή ισχύς της Εξαβίβλου, μιας νομοθετικής συλλογής του τότε ισχύοντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου η οποία συντάχθηκε από τον έλληνα δικαστή Κωνσταντίνο Αρμενόπουλο το 1345 στα ελληνικά, καθώς επίσης διακηρυσσόταν και η εξακολούθηση της ισχύος του εθιμικού δικαίου. Το γεγονός, ωστόσο, ότι η πρώτη επαφή του ελληνικού δικαίου με τη γερμανική νομική σκέψη κατάφερε να βρει γόνιμο έδαφος, με αποτέλεσμα να μπορέσει να επικρατήσει σταδιακά η γερμανική νομική επίδραση στο ελληνικό αστικό δίκαιο κατά τα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα, οφείλεται κυρίως σε έναν έλληνα ακαδημαϊκό με γερμανική νομική παιδεία: Ο Παύλος Καλλιγάς έθεσε τις βάσεις για την έως σήμερα συνεχή γερμανική επίδραση στο ελληνικό αστικό δίκαιο, ευνοώντας την εισαγωγή στην Ελλάδα του ακμάζοντος τότε στη Γερμανία πανδεκτισμού, και εισάγοντας τη θεωρία των »πρωταρχικών πηγών δικαίου« για την ερμηνεία του Βασιλικού Διατάγματος της 23ης Φεβρουαρίου 1835. Η επίδραση της γερμανικής νομικής σκέψης δεν ανάγεται όμως μονάχα στη δράση των γερμανών και των ελλήνων νομικών, αλλά ενισχύθηκε επίσης και από το γεγονός ότι τόσο το γερμανικό, όσο και το ελληνικό δίκαιο βασίστηκαν ουσιαστικά στα ίδια θεμέλια, ήτοι στο ρωμαϊκό δίκαιο. Τέλος, οι ρίζες του γεγονότος ότι οι δημιουργοί του ελληνικού Αστικού Κώδικα χρησιμοποίησαν σε μεγάλο βαθμό τον γερμανικό Αστικό Κώδικα του 1900 ως πρότυπο για το περιεχόμενο και τη διατύπωση μιας σειράς διατάξεων, εντοπίζονται, μεταξύ άλλων, στην εποχή του βασιλιά Όθωνα και στις απαρχές της επιρροής του γερμανικού δικαίου στο ελληνικό.
Μετάφραση από τα Γερμανικά: Άκης Παραφέλας
Άρθρα στο επίκεντρο
Johann Martin von Planta
Johann Martin von Planta (1904–1996) war ein Schweizer Privatier, der sich mit seiner Frau Lily Drossini, der Tochter des griechischen Dichters Georgios Drossinis (1859–1951), als Übersetzer ausΦάκελοι στο επίκεντρο
Die deutsch-griechischen Verflechtungen zur Zeit König Ottos
In keiner Phase der jüngeren und jüngsten Geschichte Griechenlands hat die Einführung staatlicher Institutionen zu einer vergleichbaren gesellschaftlichen und kulturellen Transformation beigetragen wie in den drei Jahrzehnten unter der Herrschaft von König Otto.
Die deutschen Philhellenismen
Das Dossier umfasst verschiedene Felder der deutsch-griechischen Verflechtungen, die bislang für gewöhnlich unter dem einheitlichen Begriff des deutschen Philhellenismus (bzw. des Mishellenismus) subsummiert wurden. Den ersten Angelpunkt der Konferenz bildet die Neubewertung der Rezeptionen von 1821 in den deutschsprachigen Ländern und die Mobilisierung, die sie in Verbindung mit den politischen Bewegungen nördlich der Alpen hervorriefen. In diesen Bewegungen waren freilich von vornherein eine politische und eine kulturelle Komponente miteinander verflochten, die politische Bewegung des Philhellenismus und die aus der einschlägigen Literatur bekannte „Tyrannei Griechenlands über Deutschland“. Selbstverständlich darf die Rolle der griechischen Gemeinden des deutschsprachigen Raumes in diesem Zusammenhang nicht vergessen werden. Den zweiten Angelpunkt bildet die Untersuchung der Transformationen, die diese politisch-kulturelle Verflechtung in den 200 Jahren nach dem Ausbruch der Griechischen Revolution erfuhr.
