
Online-Compendium
der deutsch-griechischen Verflechtungen
Das Online-Compendium (ComDeG)
ist ein frei zugängliches, multiperspektivisches Referenzwerk für die deutsch-griechische Geschichte seit dem ausgehenden 18. Jahrhundert. Diese bilaterale Geschichte soll als schon immer verflochten in europäischen transnationalen Interaktionen, Interpretationen und Übersetzungen erkennbar werden.
Das ComDeG umfasst zum einen die Essays, Artikel und Dossiers des Compendiums der deutsch-griechischen Verflechtungen, das vom Centrum Modernes Griechenland (CeMoG) mit dem Institut für Griechisch-Deutsche Beziehungen (EMES) der Nationalen und Kapodistrias-Universität Athen in Kooperation erarbeitet wird. Zum anderen beinhaltet das Informationsangebot die Wissensbasis des CeMoG mit Daten zu Personen, Institutionen, Objekten, Ereignissen, Wirkungsorten, Kontaktzonen und Vermittlungspraktiken sowie die damit vernetzten Sammlungen bibliographischer Einträge.
So erhalten Forscher*innen, Student*innen und allgemein Interessierte ein Werkzeug, das den Facettenreichtum der deutsch-griechischen Beziehungen dokumentiert und die Erforschung ihrer Geschichte(n) unterstützt. Weiterlesen
Suche im Online-Compendium
Essays im Fokus
Ελληνογερμανικές διασυνδέσεις αρχιτεκτόνων και πολεοδόμων στη μεταπολεμική ανοικοδόμηση
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ξεκίνησε η προσπάθεια επαναπροσέγγισης της Ελλάδας και της Δυτικής Γερμανίας, μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το ελληνογερμανικό δίκτυο αρχιτεκτόνων που αναπτύχθηκε σε αυτήν τη συγκυρία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το δοκίμιο επιχειρεί να αναδείξει πρόσωπα-κλειδιά και μικρο-ιστορίες αυτού του δικτύου με χαρακτηριστική σημασία για την ελληνική και γερμανική μεταπολεμική ανοικοδόμηση. Οι επαφές ελλήνων αρχιτεκτόνων και πολεοδόμων, όπως ο Ιωάννης Δεσποτόπουλος, ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης ή ο Προκόπης Βασιλειάδης, με γερμανούς συναδέλφους τους, όπως ο Werner Hebebrand (καθηγητής και ανώτατος πολεοδομικός διευθυντής [Oberbaudirektor] του Αμβούργου) και ο Sep Ruf (καθηγητής αρχιτεκτονικής στην Ακαδημία του Μονάχου και προσωπικός φίλος του Ludwig Erhard) διαμόρφωσαν ένα πλέγμα σχέσεων και δράσεων, μάλλον άγνωστο στη σχετική έρευνα, καθώς οι ιδέες και τα σχέδια που διακινούνταν σε μεγάλο βαθμό δεν πραγματοποιήθηκαν. Το σύνθετο αυτό πλέγμα επιχειρούμε να κατανοήσουμε και να ξεδιαλύνουμε, ακολουθώντας κυρίως τη δραστηριότητα και τις επαφές του Δεσποτόπουλου, του οποίου οι μακροχρόνιες προσπάθειες και οι διασυνδέσεις που έκανε όσο ήταν στη Σουηδία καθ’ όλη τη δεκαετία του 1950, απέδωσαν καρπούς. Το 1959 απέσπασε το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό για το Πνευματικό Κέντρο των Αθηνών, το 1960 διορίστηκε καθηγητής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου, ενώ το 1961 επέστρεψε ως καθηγητής στη θέση του στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Επιπλέον, το 1964 ο Ιωάννης Δεσποτόπουλος εκλέχτηκε μέλος της Ακαδημίας Τεχνών του Δυτικού Βερολίνου, αποτελώντας μάλιστα ένα από τα πρώτα μέλη εκτός Γερμανίας. Τον Απρίλιο του 1967, η συνεδρίαση του Αρχιτεκτονικού Τμήματος της Ακαδημίας Τεχνών του Δυτικού Βερολίνου διοργανώθηκε στην Αθήνα, έπειτα από πρόταση του Δεσποτόπουλου, ο οποίος ανέλαβε και ολόκληρη την οργάνωση. Την εναρκτήρια διάλεξη έδωσε ο διάσημος φιλόσοφος και μέλος της Ακαδημίας Τεχνών του Δ. Βερολίνου (Τμήμα Λογοτεχνίας) Martin Heidegger. Ο τίτλος της διάλεξης ήταν: Η καταγωγή της τέχνης και ο προορισμός της σκέψης [Die Herkunft der Kunst und die Bestimmung des Denkens]. Στις συνεδριάσεις, οι αρχιτέκτονες της γερμανικής ακαδημίας τεχνών ασχολήθηκαν με διάφορα ζητήματα, όπως η πολεοδομική ανάπτυξη των Αθηνών, ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός των πανεπιστημίων, αλλά και άλλα ευρύτερα θέματα που αφορούσαν τις θεμελιώδεις αρχές της Αρχιτεκτονικής. Οι συζητήσεις αυτές της Ακαδημίας εντάσσονται στη δυναμική και το ευρύτερο δημιουργικό κλίμα της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, το οποίο διακόπηκε βίαια στην Ελλάδα λίγες μέρες αργότερα λόγω της επιβολής της χούντας των συνταγματαρχών.
Οι πολιτισμικοί διαμεσολαβητές των ελληνογερμανικών μεταφραστικών παραδόσεων: από τα ελληνικά στα γερμανικά
Αφετηρία του ερευνητικού έργου που παρουσιάζεται εδώ ήταν η διαπίστωση ότι οι μεταφραστές και οι μεταφράστριες από και προς τις δύο κατευθύνσεις εξακολουθούν να ανήκουν στους «μεγάλους άγνωστους» των ελληνογερμανικών διασταυρώσεων, αν και η σημασία τους για τη διακρατική μεταφορά γνώσεων, ιδεών και απόψεων είναι αδιαμφισβήτητη. Στόχος της παρούσας μελέτης ήταν να εξετάσει αυτή την ομάδα διαμεσολαβητών σε μια συλλογική βιογραφική προοπτική.
Από γερμανικής πλευράς, οι πρώτες επαφές με τη σύγχρονη Ελλάδα και τη νεοελληνική γλώσσα στις αρχές του 19ου αιώνα δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο της φιλελληνικής στράτευσης, λογοτεχνικών και επιστημονικών ενδιαφερόντων. Οι μεταφραστές αυτής της περιόδου ήταν κυρίως κλασικοί φιλόλογοι και άλλες ομάδες ανθρώπων με κατάρτιση στην κλασική φιλολογία. Αργότερα κατά τη διάρκεια του αιώνα, αυτές οι ομάδες μεταφραστών συμπληρώθηκαν από τους πρώτους νεοελληνιστές, καθηγητές γλώσσας και ανθρώπους με ελληνογερμανικό προφίλ στην προσωπική, επαγγελματική και επαγγελματική τους ζωή.
Οι ελληνογερμανικές σχέσεις στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα καθορίστηκαν από την εμπειρία δύο παγκόσμιων πολέμων και πολλαπλών κρίσεων, αλλά και από τις αυξανόμενες θεσμικές αλληλεξαρτήσεις, στις οποίες συχνά συμμετείχαν οι μεταφραστές αυτής της περιόδου. Πολλοί από αυτούς εργάστηκαν ως αρχαιολόγοι, δάσκαλοι, γλωσσικοί ή πολιτιστικοί διαμεσολαβητές, τουλάχιστον για ένα διάστημα, σε γερμανικά ιδρύματα στην Ελλάδα ή σε ιδρύματα που σχετίζονται με την Ελλάδα στη Γερμανία, γεγονός που διαμόρφωσε και το μεταφραστικό τους έργο.
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο τομέας της ελληνογερμανικής μετάφρασης διασπάστηκε σε διαφορετικές επιμέρους περιοχές, οι οποίες αντιστοιχούσαν αφενός στην πολιτική διαίρεση του γερμανόφωνου χώρου σε Ανατολή και Δύση και αφετέρου στην ανάδυση ενός γερμανόφωνου και ενός ελληνόφωνου μεταφραστικού χώρου. Στις παράλληλες εξελίξεις αυτών των χώρων περιλαμβάνεται, για παράδειγμα, η έντονη αύξηση των γυναικών μεταφραστών, αλλά και ο αυξανόμενος αριθμός μεταφραστών με ελληνικό ή ελληνογερμανικό οικογενειακό υπόβαθρο ή/και διαπολιτισμικό προφίλ ζωής και καριέρας. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της μεταφραστικής κουλτούρας της Ανατολικής Γερμανίας, εκτός από την πολιτική καθοδήγηση στον χώρο της μετάφρασης, ήταν ο μεγάλος αριθμός συλλογικών μεταφραστικών έργων, που συνήθως χαρακτηρίζονταν από τη συνεργασία Ελλήνων και Γερμανών φυσικών ομιλητών. Στο δυτικογερμανικό πλαίσιο, οι πανεπιστημιακές έδρες νεοελληνικών σπουδών και τα ελληνικά παραρτήματα πολιτιστικών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, όπως το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, το Ινστιτούτο Γκαίτε ή οι Γερμανικές Σχολές, εξελίχθηκαν σε σημαντικά κέντρα κατάρτισης και παραγωγής ελληνογερμανικής μετάφρασης. Ο εκδοτικός οίκος Romiosini Verlag, που ιδρύθηκε το 1982, υπήρξε για μεγάλο χρονικό διάστημα ο σημαντικότερος διαμεσολαβητής ελληνικών και ελληνόγλωσσων βιβλίων στον γερμανόφωνο χώρο και λειτούργησε επίσης ως κέντρο ενός ευρέως διαφοροποιημένου μεταφραστικού δικτύου.
Κατά τα τελευταία 30 χρόνια, πολλές από τις προαναφερθείσες τάσεις είτε σταθεροποιήθηκαν είτε ακόμη και εντάθηκαν, ενώ είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο το ολοένα και πιο διαπολιτισμικό εκπαιδευτικό και επαγγελματικό προφίλ των μεταφραστών. Ωστόσο, σε αντίθεση με τις εξελίξεις στη γερμανοελληνική μετάφραση, δεν υπήρξε αύξηση του αριθμού των συστηματικών μεταφραστών ή ακόμη και των μεταφραστών πλήρους απασχόλησης κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Οι λόγοι γι‘ αυτό είναι μάλλον η περιορισμένη δεκτικότητα της γερμανικής αγοράς βιβλίου και λογοτεχνίας σε «μικρότερες» λογοτεχνίες και γλώσσες, αλλά και οι «χαμένες ευκαιρίες» προηγούμενων χρηματοδοτικών πρωτοβουλιών και τελικά μάλλον και η συχνά συμπτωματική σύνδεση των αντίστοιχων προσώπων με τη μετάφραση. Ταυτόχρονα, η μετάφραση μεταξύ γλωσσών και πολιτισμών εξακολουθεί να αποτελεί λειτούργημα για πολλά από τα άτομα που ασχολούνται με αυτήν, γεγονός που έχει οδηγήσει σε αυξημένη αυτοοργάνωση και δικτύωση μεταξύ των μεταφραστών τα τελευταία χρόνια.
μετάφραση από τα γερμανικά: Ιφιγένεια Παπούλη
Artikel im Fokus
Johann Peter Pauls
Johann Peter Pauls (1782–n. d.), Arzt und Philologe und Regierungsrat in Koblenz, gab 1825 gemeinsam mit seinem Freund Christian Gottfried Nees von Esenbeck (1776–1858) und dessen Sohn Karl unterWerner Ekschmitt
Werner Ekschmitt (1926–2004) war als Dozent und Leiter verschiedener Zweigstellen des Goethe-Instituts zwischen 1960 und 1977 in Griechenland tätig und trat als Verfasser mehrerer Bücher über dasDossiers im Fokus
Die deutsch-griechischen Verflechtungen zur Zeit König Ottos
In keiner Phase der jüngeren und jüngsten Geschichte Griechenlands hat die Einführung staatlicher Institutionen zu einer vergleichbaren gesellschaftlichen und kulturellen Transformation beigetragen wie in den drei Jahrzehnten unter der Herrschaft von König Otto.
Die deutschen Philhellenismen
Das Dossier umfasst verschiedene Felder der deutsch-griechischen Verflechtungen, die bislang für gewöhnlich unter dem einheitlichen Begriff des deutschen Philhellenismus (bzw. des Mishellenismus) subsummiert wurden. Den ersten Angelpunkt der Konferenz bildet die Neubewertung der Rezeptionen von 1821 in den deutschsprachigen Ländern und die Mobilisierung, die sie in Verbindung mit den politischen Bewegungen nördlich der Alpen hervorriefen. In diesen Bewegungen waren freilich von vornherein eine politische und eine kulturelle Komponente miteinander verflochten, die politische Bewegung des Philhellenismus und die aus der einschlägigen Literatur bekannte „Tyrannei Griechenlands über Deutschland“. Selbstverständlich darf die Rolle der griechischen Gemeinden des deutschsprachigen Raumes in diesem Zusammenhang nicht vergessen werden. Den zweiten Angelpunkt bildet die Untersuchung der Transformationen, die diese politisch-kulturelle Verflechtung in den 200 Jahren nach dem Ausbruch der Griechischen Revolution erfuhr.
