ΕΠΙΤΟΜΗ

Τα Δοκίμια της Επιτομής διακρίνονται σε τέσσερις κατηγορίες, τις Μικροϊστορίες (θεματικά και χρονικά εστιασμένες μελέτες περίπτωσης), τις Μακροδιαδικασίες (πρακτικές διαμεσολάβησης, δίκτυα, πολιτικές και δομές), τα Μετα-αφηγήματα (έννοιες, ερμηνευτικά σχήματα, στερεότυπα) και τις Παρουσιάσεις (λ.χ. ερευνητικά προγράμματα ή και βιβλιοκρισίες).
Τα εγκυκλοπαιδικά Άρθρα προσφέρουν σύντομες πληροφορίες για πρόσωπα, θεσμούς, τόπους, μέσα και αντικείμενα των ελληνογερμανικών διασταυρώσεων.
Οι Φάκελοι συγκεντρώνουν επιλεγμένα δοκίμια και άρθρα ώστε να προσφερθεί εποπτική εικόνα για συγκεκριμένες θεματικές ενότητες.

Νέα δοκίμια

Η γερμανική συμβολή στον εμπλουτισμό των επιστημονικών οργάνων φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών: Αγορές και προσκτήσεις

Η μελέτη αυτή περιγράφει τη διαδικασία εμπλουτισμού του εργαστηρίου φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών μέσα από τις γερμανικές αποζημιώσεις του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Παράλληλα, αποτυπώνει την αργή και πολύμοχθη διαδικασία μετάβασης από το «Ταμείον Φυσικής» του 19ου αιώνα στο επιστημονικό εργαστήριο του 20ου αιώνα, και συνταιριάζει αυτή τη διαδικασία με τις προσωπικές ιστορίες όσων συμμετέχουν σε αυτή την προσπάθεια. Από τη σχετική αφήγηση μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι και σε αυτήν την περίπτωση, όπως και σε πολλές άλλες, στην Ελλάδα η ιστορία των θεσμών είναι στην πραγματικότητα ιστορία των προσώπων. Πολλές φορές δηλαδή δεν είναι οι άνθρωποι που υπηρετούν σε θεσμούς, αλλά είναι θεσμοί που δημιουργούνται για να εξυπηρετήσουν ανθρώπους. Και αυτό πλέον φαίνεται να καθίσταται περίπου νομοτέλεια. Ωστόσο, το μεγάλο κέρδος από αυτή την ιστορία είναι ότι τελικά η Ελλάδα απέκτησε ένα σημαντικό αριθμό οργάνων αναγκαίων για τη διδασκαλία και την έρευνα σε ένα περιφερειακό πανεπιστήμιο, όπως αυτό των Αθηνών στις αρχές του 20ου αιώνα, και παράλληλα η Γερμανία μπόρεσε να απαλλαγεί από τα όργανα αυτά που για εκείνη αποτελούσαν ήδη όργανα ξεπερασμένης τεχνολογίας.

Griechische Studenten an deutschen Universitäten zur Zeit König Ottos: der Fall der Brüder Alexandros und Pantaleon Kontostavlos (1843-1849)

Die Brüder Alexandros und Pantaleon Kontostavlos, die zwischen 1843 und 1849 an den Universitäten Berlin und Heidelberg Jura studierten, geben ein charakteristisches Beispiel für die zahlreichen jungen Leute ab, die zur Zeit König Ottos als Söhne herausragender Kreise der politischen, gesellschaftlichen, wirtschaftlichen und geistigen Elite des neugegründeten griechischen Staats an deutschen Universitäten studierten. Als Söhne des in Piräus etablierten wohlhabenden Kaufmanns Alexandros Kontostavlos d. Ä. erwarben sie ihre Ausbildung im Ausland mit der Perspektive, nach ihrer Rückkehr eine Position an der Spitze der gesellschaftlichen Pyramide einzunehmen. Wie aus der ausführlichen, im Familienarchiv fast vollständig erhalten gebliebenen Korrespondenz der beiden Brüder aus ihrer Studienzeit hervorgeht, waren nicht nur die akademische Ausbildung und die symbolische Strahlkraft eines Diploms der Universität Berlin der sachliche Grund für ihren langjährigen Auslandsaufenthalt, sondern vor allem das Sammeln nützlicher Erfahrungen wie die, sich mit den Gegebenheiten in verschiedenen europäischen Staaten vertraut zu machen oder Zugang zum Verkehr mit höheren Kreisen zu erlangen. Die Revolution von 1848, deren dramatische Ereignisse sie als Augenzeugen in der preußischen Hauptstadt miterlebten, wurden zum prägendsten ihrer Eindrücke und trugen bestimmend zur Schärfung des politischen Denkens von Alexandros d. J. bei, der sich nach seiner Rückkehr nach Griechenland als einer der führenden griechischen Politiker der zweiten Hälfte des 19. Jahrhunderts erweisen sollte.

Übersetzung aus dem Griechischen: Joachim Winkler

Οι πολιτισμικοί διαμεσολαβητές των ελληνογερμανικών μεταφραστικών παραδόσεων: από τα ελληνικά στα γερμανικά

Αφετηρία του ερευνητικού έργου που παρουσιάζεται εδώ ήταν η διαπίστωση ότι οι μεταφραστές και οι μεταφράστριες από και προς τις δύο κατευθύνσεις εξακολουθούν να ανήκουν στους «μεγάλους άγνωστους» των ελληνογερμανικών διασταυρώσεων, αν και η σημασία τους για τη διακρατική μεταφορά γνώσεων, ιδεών και απόψεων είναι αδιαμφισβήτητη. Στόχος της παρούσας μελέτης ήταν να εξετάσει αυτή την ομάδα διαμεσολαβητών σε μια συλλογική βιογραφική προοπτική.

Από γερμανικής πλευράς, οι πρώτες επαφές με τη σύγχρονη Ελλάδα και τη νεοελληνική γλώσσα στις αρχές του 19ου αιώνα δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο της φιλελληνικής στράτευσης, λογοτεχνικών και επιστημονικών ενδιαφερόντων. Οι μεταφραστές αυτής της περιόδου ήταν κυρίως κλασικοί φιλόλογοι και άλλες ομάδες ανθρώπων με κατάρτιση στην κλασική φιλολογία. Αργότερα κατά τη διάρκεια του αιώνα, αυτές οι ομάδες μεταφραστών συμπληρώθηκαν από τους πρώτους νεοελληνιστές, καθηγητές γλώσσας και ανθρώπους με ελληνογερμανικό προφίλ στην προσωπική, επαγγελματική και επαγγελματική τους ζωή.

Οι ελληνογερμανικές σχέσεις στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα καθορίστηκαν από την εμπειρία δύο παγκόσμιων πολέμων και πολλαπλών κρίσεων, αλλά και από τις αυξανόμενες θεσμικές αλληλεξαρτήσεις, στις οποίες συχνά συμμετείχαν οι μεταφραστές αυτής της περιόδου. Πολλοί από αυτούς εργάστηκαν ως αρχαιολόγοι, δάσκαλοι, γλωσσικοί ή πολιτιστικοί διαμεσολαβητές, τουλάχιστον για ένα διάστημα, σε γερμανικά ιδρύματα στην Ελλάδα ή σε ιδρύματα που σχετίζονται με την Ελλάδα στη Γερμανία, γεγονός που διαμόρφωσε και το μεταφραστικό τους έργο.

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο τομέας της ελληνογερμανικής μετάφρασης διασπάστηκε σε διαφορετικές επιμέρους περιοχές, οι οποίες αντιστοιχούσαν αφενός στην πολιτική διαίρεση του γερμανόφωνου χώρου σε Ανατολή και Δύση και αφετέρου στην ανάδυση ενός γερμανόφωνου και ενός ελληνόφωνου μεταφραστικού χώρου. Στις παράλληλες εξελίξεις αυτών των χώρων περιλαμβάνεται, για παράδειγμα, η έντονη αύξηση των γυναικών μεταφραστών, αλλά και ο αυξανόμενος αριθμός μεταφραστών με ελληνικό ή ελληνογερμανικό οικογενειακό υπόβαθρο ή/και διαπολιτισμικό προφίλ ζωής και καριέρας. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της μεταφραστικής κουλτούρας της Ανατολικής Γερμανίας, εκτός από την πολιτική καθοδήγηση στον χώρο της μετάφρασης, ήταν ο μεγάλος αριθμός συλλογικών μεταφραστικών έργων, που συνήθως χαρακτηρίζονταν από τη συνεργασία Ελλήνων και Γερμανών φυσικών ομιλητών. Στο δυτικογερμανικό πλαίσιο, οι πανεπιστημιακές έδρες νεοελληνικών σπουδών και τα ελληνικά παραρτήματα πολιτιστικών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, όπως το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, το Ινστιτούτο Γκαίτε ή οι Γερμανικές Σχολές, εξελίχθηκαν σε σημαντικά κέντρα κατάρτισης και παραγωγής ελληνογερμανικής μετάφρασης. Ο εκδοτικός οίκος Romiosini Verlag, που ιδρύθηκε το 1982, υπήρξε για μεγάλο χρονικό διάστημα ο σημαντικότερος διαμεσολαβητής ελληνικών και ελληνόγλωσσων βιβλίων στον γερμανόφωνο χώρο και λειτούργησε επίσης ως κέντρο ενός ευρέως διαφοροποιημένου μεταφραστικού δικτύου.

Κατά τα τελευταία 30 χρόνια, πολλές από τις προαναφερθείσες τάσεις είτε σταθεροποιήθηκαν είτε ακόμη και εντάθηκαν, ενώ είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο το ολοένα και πιο διαπολιτισμικό εκπαιδευτικό και επαγγελματικό προφίλ των μεταφραστών. Ωστόσο, σε αντίθεση με τις εξελίξεις στη γερμανοελληνική μετάφραση, δεν υπήρξε αύξηση του αριθμού των συστηματικών μεταφραστών ή ακόμη και των μεταφραστών πλήρους απασχόλησης κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Οι λόγοι γι‘ αυτό είναι μάλλον η περιορισμένη δεκτικότητα της γερμανικής αγοράς βιβλίου και λογοτεχνίας σε «μικρότερες» λογοτεχνίες και γλώσσες, αλλά και οι «χαμένες ευκαιρίες» προηγούμενων χρηματοδοτικών πρωτοβουλιών και τελικά μάλλον και η συχνά συμπτωματική σύνδεση των αντίστοιχων προσώπων με τη μετάφραση. Ταυτόχρονα, η μετάφραση μεταξύ γλωσσών και πολιτισμών εξακολουθεί να αποτελεί λειτούργημα για πολλά από τα άτομα που ασχολούνται με αυτήν, γεγονός που έχει οδηγήσει σε αυξημένη αυτοοργάνωση και δικτύωση μεταξύ των μεταφραστών τα τελευταία χρόνια.

μετάφραση από τα γερμανικά: Ιφιγένεια Παπούλη

Νέα άρθρα

Louise Helene La CostaLouise Helene La Costa (Lebensdaten unbekannt) trat zwischen 1973 und 1977 als Übersetzerin mehrerer Gedichtsammlungen des seit 1967 in Hamburg lebenden Philologen und Lyrikers Thodoris Vlachodimitri
Alexandros TsirintanisPromotion Alexandros Tsirintanis (1903-1977) war von 1929 bis 1930 als Promotionsstudent an der Universität Hamburg eingeschrieben. Fakultät: Staats- und Rechtswissenschaftliche Fakultät H
Eduard Schwyzer Eduard Schwyzer (1874–1943) war ein Klassischer Philologe und Linguist, der sich schwerpunktmäßig mit der Erforschung der griechischen Sprachgeschichte beschäftigte und sich in diesem Zusammenh

Νέοι φάκελοι

Die deutsch-griechischen Verflechtungen zur Zeit König Ottos

In keiner Phase der jüngeren und jüngsten Geschichte Griechenlands hat die Einführung staatlicher Institutionen zu einer vergleichbaren gesellschaftlichen und kulturellen Transformation beigetragen wie in den drei Jahrzehnten unter der Herrschaft von König Otto.

Die deutschen Philhellenismen

Das Dossier umfasst verschiedene Felder der deutsch-griechischen Verflechtungen, die bislang für gewöhnlich unter dem einheitlichen Begriff des deutschen Philhellenismus (bzw. des Mishellenismus) subsummiert wurden. Den ersten Angelpunkt der Konferenz bildet die Neubewertung der Rezeptionen von 1821 in den deutschsprachigen Ländern und die Mobilisierung, die sie in Verbindung mit den politischen Bewegungen nördlich der Alpen hervorriefen. In diesen Bewegungen waren freilich von vornherein eine politische und eine kulturelle Komponente miteinander verflochten, die politische Bewegung des Philhellenismus und die aus der einschlägigen Literatur bekannte „Tyrannei Griechenlands über Deutschland“. Selbstverständlich darf die Rolle der griechischen Gemeinden des deutschsprachigen Raumes in diesem Zusammenhang nicht vergessen werden. Den zweiten Angelpunkt bildet die Untersuchung der Transformationen, die diese politisch-kulturelle Verflechtung in den 200 Jahren nach dem Ausbruch der Griechischen Revolution erfuhr.

Deutsch-griechische Verflechtungen vom Deutschen Kaiserreich bis zum Einmarsch der Wehrmacht in Griechenland

Die Sehnsucht der gebildeten Deutschen nach dem, was sie als die Wiege ihrer persönlichen und gesellschaftlichen Identität ansahen, blieb auch in diesen Jahren unvermindert, während sich die Griechen, die auf dem Wege der Bildung zu gesellschaftlicher Reputation gelangen wollten, hauptsächlich (wenn auch nicht ausschließlich) durch die Augen der Deutschen sahen.