Τα Δοκίμια της Επιτομής διακρίνονται σε τέσσερις κατηγορίες, τις Μικροϊστορίες (θεματικά και χρονικά εστιασμένες μελέτες περίπτωσης), τις Μακροδιαδικασίες (πρακτικές διαμεσολάβησης, δίκτυα, πολιτικές και δομές), τα Μετα-αφηγήματα (έννοιες, ερμηνευτικά σχήματα, στερεότυπα) και τις Παρουσιάσεις (λ.χ. ερευνητικά προγράμματα ή και βιβλιοκρισίες).
Τα εγκυκλοπαιδικά Άρθρα προσφέρουν σύντομες πληροφορίες για πρόσωπα, θεσμούς, τόπους, μέσα και αντικείμενα των ελληνογερμανικών διασταυρώσεων.
Οι Φάκελοι συγκεντρώνουν επιλεγμένα δοκίμια και άρθρα ώστε να προσφερθεί εποπτική εικόνα για συγκεκριμένες θεματικές ενότητες.
Νέα δοκίμια
Η επιδημία πανώλης στον Πόρο το 1837: Φόβος, συγκρούσεις, παιχνίδια εξουσίας και πόλωση για μια βέβαιη καταστροφή που δεν συνέβη
Λίγα μόλις χρόνια μετά την ανακήρυξη της Ελλάδας σε ελεύθερο ανεξάρτητο κράτος ξέσπασε σοβαρή επιδημία πανώλης στο νησί του Πόρου, ελάχιστα ναυτικά μίλια από τις βορειο-ανατολικές ακτές της Πελοποννήσου. Η αντιμετώπισή της αποτέλεσε πρόκληση για τον νεαρό μονάρχη Όθωνα που έπρεπε να αποδείξει με τη νεοσυσταθείσα κυβέρνησή του και τους Βαυαρούς αξιωματούχους του ότι ήταν σε θέση να βάλει το νεόκοπο κράτος στην τροχιά της υγειονομικά «πολιτισμένης» Δυτικής Ευρώπης, δημιουργώντας μια σαφή διαχωριστική γραμμή με την «απολίτιστη», οπισθοδρομική, «βρόμικη» Ανατολή. Η πρόκληση αυτή θα φέρει στην επιφάνεια τις διαφορετικές αντιλήψεις και νοοτροπίες των ξένων Βαυαρών και των αυτόχθονων Ελλήνων που θα οδηγήσουν σε αντιδράσεις και συγκρούσεις τα θεσμικά όργανα της Κυβέρνησης και τους υπαλλήλους της με τους γιατρούς και την κοινωνία του Πόρου σε μια περίοδο σοβαρής υγειονομικής κρίσης, που φλέρταρε με την καταστροφή.
Ελληνογερμανικές διασυνδέσεις αρχιτεκτόνων και πολεοδόμων στη μεταπολεμική ανοικοδόμηση
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ξεκίνησε η προσπάθεια επαναπροσέγγισης της Ελλάδας και της Δυτικής Γερμανίας, μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το ελληνογερμανικό δίκτυο αρχιτεκτόνων που αναπτύχθηκε σε αυτήν τη συγκυρία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το δοκίμιο επιχειρεί να αναδείξει πρόσωπα-κλειδιά και μικρο-ιστορίες αυτού του δικτύου με χαρακτηριστική σημασία για την ελληνική και γερμανική μεταπολεμική ανοικοδόμηση. Οι επαφές ελλήνων αρχιτεκτόνων και πολεοδόμων, όπως ο Ιωάννης Δεσποτόπουλος, ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης ή ο Προκόπης Βασιλειάδης, με γερμανούς συναδέλφους τους, όπως ο Werner Hebebrand (καθηγητής και ανώτατος πολεοδομικός διευθυντής [Oberbaudirektor] του Αμβούργου) και ο Sep Ruf (καθηγητής αρχιτεκτονικής στην Ακαδημία του Μονάχου και προσωπικός φίλος του Ludwig Erhard) διαμόρφωσαν ένα πλέγμα σχέσεων και δράσεων, μάλλον άγνωστο στη σχετική έρευνα, καθώς οι ιδέες και τα σχέδια που διακινούνταν σε μεγάλο βαθμό δεν πραγματοποιήθηκαν. Το σύνθετο αυτό πλέγμα επιχειρούμε να κατανοήσουμε και να ξεδιαλύνουμε, ακολουθώντας κυρίως τη δραστηριότητα και τις επαφές του Δεσποτόπουλου, του οποίου οι μακροχρόνιες προσπάθειες και οι διασυνδέσεις που έκανε όσο ήταν στη Σουηδία καθ’ όλη τη δεκαετία του 1950, απέδωσαν καρπούς. Το 1959 απέσπασε το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό για το Πνευματικό Κέντρο των Αθηνών, το 1960 διορίστηκε καθηγητής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου, ενώ το 1961 επέστρεψε ως καθηγητής στη θέση του στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Επιπλέον, το 1964 ο Ιωάννης Δεσποτόπουλος εκλέχτηκε μέλος της Ακαδημίας Τεχνών του Δυτικού Βερολίνου, αποτελώντας μάλιστα ένα από τα πρώτα μέλη εκτός Γερμανίας. Τον Απρίλιο του 1967, η συνεδρίαση του Αρχιτεκτονικού Τμήματος της Ακαδημίας Τεχνών του Δυτικού Βερολίνου διοργανώθηκε στην Αθήνα, έπειτα από πρόταση του Δεσποτόπουλου, ο οποίος ανέλαβε και ολόκληρη την οργάνωση. Την εναρκτήρια διάλεξη έδωσε ο διάσημος φιλόσοφος και μέλος της Ακαδημίας Τεχνών του Δ. Βερολίνου (Τμήμα Λογοτεχνίας) Martin Heidegger. Ο τίτλος της διάλεξης ήταν: Η καταγωγή της τέχνης και ο προορισμός της σκέψης [Die Herkunft der Kunst und die Bestimmung des Denkens]. Στις συνεδριάσεις, οι αρχιτέκτονες της γερμανικής ακαδημίας τεχνών ασχολήθηκαν με διάφορα ζητήματα, όπως η πολεοδομική ανάπτυξη των Αθηνών, ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός των πανεπιστημίων, αλλά και άλλα ευρύτερα θέματα που αφορούσαν τις θεμελιώδεις αρχές της Αρχιτεκτονικής. Οι συζητήσεις αυτές της Ακαδημίας εντάσσονται στη δυναμική και το ευρύτερο δημιουργικό κλίμα της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, το οποίο διακόπηκε βίαια στην Ελλάδα λίγες μέρες αργότερα λόγω της επιβολής της χούντας των συνταγματαρχών.
Όψεις της μουσικής ζωής στο Βασίλειο της Ελλάδας την εποχή του βασιλιά Όθωνα
Στην παρούσα μελέτη έγινε μία προσπάθεια να παρουσιαστούν πιθανές ελληνογερμανικές διασταυρώσεις σε τρεις σημαντικούς τομείς της ελληνικής μουσικής ζωής κατά την εποχή του Όθωνα, ήτοι, στην όπερα, στις συναυλίες και στο ιδιωτικό επίπεδο (τα όρια είναι πολύ ρευστά), καθώς και στον χώρο της μουσικής εκπαίδευσης. Όσον αφορά την όπερα, μπορεί να υποστηριχθεί ότι στην Αθήνα η Αυλή άσκησε –άμεσα και έμμεσα μέσω της Κυβέρνησης– αποφασιστική επίδραση στη διαμόρφωση και στην ποιότητα των εκάστοτε σεζόν όπερας μέσω χρηματοδοτήσεων. Επίσης, έπαιξε συχνά καθοριστικό ρόλο στην επιλογή του ιμπρεσάριου. Αντιθέτως, υπήρξε μόνο μία προσπάθεια της Αυλής να επηρεάσει άμεσα το ρεπερτόριο. Οι γερμανοί μουσικοί είχαν σχετικά έντονη παρουσία μόνο στο τμήμα των πνευστών της ορχήστρας της όπερας –αρκετοί ήταν επίσης μέλη μιας στρατιωτικής μπάντας–, ενώ το τμήμα των εγχόρδων αποτελούνταν κυρίως από Ιταλούς, ενώ οι τραγουδιστές ήταν αποκλειστικά Ιταλοί. Η όπερα ήταν προσιτή σε όποιον ήταν σε θέση να αγοράσει ένα εισιτήριο, δυνατότητα που σε καμία περίπτωση δεν αξιοποιήθηκε μόνο από την ανώτερη τάξη. Σε πολιτικές συζητήσεις στον Τύπο, η ακριβή και «ανήθικη» όπερα συχνά χρησίμευε στην αντιβαυαυρική αντιπολίτευση ως όχημα για κριτική προς την Αυλή και την κυβέρνηση. Στις εμπορικές πόλεις της Ερμούπολης και της Πάτρας, η λειτουργία της όπερας ήταν ανεξάρτητη από την επιρροή της πρωτεύουσας. Οι συναυλίες και η μουσική ψυχαγωγία βασίστηκαν σε ευρωπαϊκά πρότυπα, και προφανώς συνδέονταν με την ύπαρξη ενός τμήματος του πληθυσμού με ευρωπαϊκού τύπου μουσική εκπαίδευση. Αυτή η πληθυσμιακή ομάδα ήταν ένα διεθνές μείγμα διπλωματών που κατοικούσαν στην Αθήνα, γερμανών δημοσίων υπαλλήλων και μορφωμένων Φαναριωτών, όπως ο Αλέξανδρος-Ρίζος Ραγκαβής, καθώς και ταξιδιωτών και ορισμένων φιλελλήνων που είχαν εγκατασταθεί στην Αθήνα. Αυτές οι ομάδες –εκτός από τους φιλέλληνες– βρίσκονταν στην Αθήνα λόγω του χαρακτήρα της πόλης, ως πρωτεύουσας και έδρας της Αυλής. Τα δημόσια σχολεία προσέφεραν μόνο μαθήματα ομαδικού τραγουδιού, όχι με σκοπό τη μουσική εκπαίδευση, αλλά την πατριωτική, θρησκευτική και ηθική εκπαίδευση των μαθητών. Εκτός από τους ιδιώτες καθηγητές μουσικής, ήταν κυρίως τα ιδιωτικά σχολεία που έδιναν στα κορίτσια τη δυνατότητα να παρακολουθούν μαθήματα πιάνου, τα οποία επέτρεπαν στις νεαρές δεσποινίδες να ψυχαγωγήσουν μια συντροφιά, φτάνοντας μουσικά σε αξιοσημείωτο επίπεδο. Γενικά, η ιδιωτική μουσική εκπαίδευση στην εποχή του Όθωνα βρισκόταν στα χέρια των Ιταλών που ζούσαν στην Ελλάδα, οι οποίοι είχαν συχνά στενή σχέση με τον κόσμο της όπερας. Ο μουσικοδιδάσκαλος Γιούλιους Χένινγκ από τη Βαυαρία αποτελεί μάλλον εξαίρεση.
Μετάφραση από τα γερμανικά: Μιχάλης Γεωργίου
Νέα άρθρα
Klaus-Dieter Sommer
Klaus Dieter Sommer (1935–1996) war ein deutscher Lektor und Schriftsteller, der sich zwischen 1967 und 1972 als Nachdichter an mehreren ostdeutschen Sammlungen neugriechischer Lyrik beteiligte.Bernd Jentzsch
Der Schriftsteller und Lektor Bernd Jentzsch (geb. 1940) war vor seiner Aussiedlung aus der DDR in der Mitte der 1970er Jahre als Nachdichter an mehreren ostdeutschen Sammlungen neugriechischer LyrikTheodoros Delijeorjis
Promotion Theodoros Delijeorjis (1907-;) war von 1936 bis 1940 als Promotionsstudent an der Universität Hamburg eingeschrieben. Fakultät: Staats- und Rechtswissenschaftliche Fakultät HauptΝέοι φάκελοι
Die deutsch-griechischen Verflechtungen zur Zeit König Ottos
In keiner Phase der jüngeren und jüngsten Geschichte Griechenlands hat die Einführung staatlicher Institutionen zu einer vergleichbaren gesellschaftlichen und kulturellen Transformation beigetragen wie in den drei Jahrzehnten unter der Herrschaft von König Otto.
Die deutschen Philhellenismen
Das Dossier umfasst verschiedene Felder der deutsch-griechischen Verflechtungen, die bislang für gewöhnlich unter dem einheitlichen Begriff des deutschen Philhellenismus (bzw. des Mishellenismus) subsummiert wurden. Den ersten Angelpunkt der Konferenz bildet die Neubewertung der Rezeptionen von 1821 in den deutschsprachigen Ländern und die Mobilisierung, die sie in Verbindung mit den politischen Bewegungen nördlich der Alpen hervorriefen. In diesen Bewegungen waren freilich von vornherein eine politische und eine kulturelle Komponente miteinander verflochten, die politische Bewegung des Philhellenismus und die aus der einschlägigen Literatur bekannte „Tyrannei Griechenlands über Deutschland“. Selbstverständlich darf die Rolle der griechischen Gemeinden des deutschsprachigen Raumes in diesem Zusammenhang nicht vergessen werden. Den zweiten Angelpunkt bildet die Untersuchung der Transformationen, die diese politisch-kulturelle Verflechtung in den 200 Jahren nach dem Ausbruch der Griechischen Revolution erfuhr.
Deutsch-griechische Verflechtungen vom Deutschen Kaiserreich bis zum Einmarsch der Wehrmacht in Griechenland
Die Sehnsucht der gebildeten Deutschen nach dem, was sie als die Wiege ihrer persönlichen und gesellschaftlichen Identität ansahen, blieb auch in diesen Jahren unvermindert, während sich die Griechen, die auf dem Wege der Bildung zu gesellschaftlicher Reputation gelangen wollten, hauptsächlich (wenn auch nicht ausschließlich) durch die Augen der Deutschen sahen.
