ΕΠΙΤΟΜΗ

Τα Δοκίμια της Επιτομής διακρίνονται σε τέσσερις κατηγορίες, τις Μικροϊστορίες (θεματικά και χρονικά εστιασμένες μελέτες περίπτωσης), τις Μακροδιαδικασίες (πρακτικές διαμεσολάβησης, δίκτυα, πολιτικές και δομές), τα Μετα-αφηγήματα (έννοιες, ερμηνευτικά σχήματα, στερεότυπα) και τις Παρουσιάσεις (λ.χ. ερευνητικά προγράμματα ή και βιβλιοκρισίες).
Τα εγκυκλοπαιδικά Άρθρα προσφέρουν σύντομες πληροφορίες για πρόσωπα, θεσμούς, τόπους, μέσα και αντικείμενα των ελληνογερμανικών διασταυρώσεων.
Οι Φάκελοι συγκεντρώνουν επιλεγμένα δοκίμια και άρθρα ώστε να προσφερθεί εποπτική εικόνα για συγκεκριμένες θεματικές ενότητες.

Νέα δοκίμια

Το «σιδηρούν κράτος». O Γαλλοπρωσικός Πόλεμος και η ίδρυση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας στον ελληνικό δημόσιο λόγο

Στην παρούσα συμβολή εξετάζεται η πρόσληψη τόσο της γαλλογερμανικής σύγκρουσης του 1870–71 όσο και της Γερμανικής Αυτοκρατορίας στον ελληνικό δημόσιο λόγο την περίοδο 1870–89. Στόχος είναι να αποσαφηνιστεί το πλαίσιο εντός του οποίου ξεκίνησε η ζωηρή συζήτηση για τη γερμανική ενοποίηση ως παράδειγμα για την αντίστοιχη ελληνική καθώς και με ποια επιχειρήματα αρθρώθηκε ο φιλογερμανικός αλλά και ο αντιγερμανικός λόγος στο Βασίλειο της Ελλάδος, όπου το όραμα της Μεγάλης Ιδέας απομακρυνόταν όλο και περισσότερο. Στη συνέχεια εξετάζεται ο ρόλος των ελλήνων εθελοντών στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο καθώς και η μετατροπή του γερμανικού παραδείγματος σε leitmotiv του ελληνικού κοινοβουλευτικού λόγου τις δεκαετίες του 1870 και 1880 σε πληθώρα τομέων του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού βίου. Ακολούθως, παρουσίαζεται η πολιτική της Γερμανίας και η προοπτική της διπλωματικής ελληνογερμανικής προσέγγισης στο πλαίσιο της ανατροπής των πανσλαβιστικών σχεδίων της Ρωσίας. Τέλος, επιχειρούμε να απαντήσουμε στο κατά πόσο το ελληνικό ενδιαφέρον για τη Γερμανία εκπορευόταν από τη γνήσια ιδεολογική συγγένεια με τις ελίτ της αρτισύστατης αυτοκρατορίας ή ήταν ένα φαινόμενο συγκυριακό.

H μουσική ζωή της Αθήνας στην Αυλή του βασιλιά Όθωνα Α΄ της Ελλάδας (1834-1862)

H βαυαρική κυριαρχία, γνωστή ως Βαυαροκρατία, είχε μεγάλη επιρροή στην Ελλάδα, όχι μόνο από την άποψη της εκπαιδευτικής πολιτικής. Για την ανάπτυξη και τη διαμόρφωση της αυλικής μουσικής ζωής, ο βασιλιάς Όθωνας δεν μπορούσε να βασιστεί σε συνέχειες όπως, για παράδειγμα, ένα δίκτυο αριστοκρατών ή μια υπάρχουσα αστική πολιτιστική ζωή, γεγονός που δυσκόλεψε τη δημιουργία βασικών δομών. Η συνεπαγόμενη αναδίπλωση σε ένα οικείο έδαφος, καθιστά την επιρροή της Δυτικής Ευρώπης και της Γερμανίας ιδιαίτερα αισθητή. Με μερικές εξαιρέσεις, όπου η εθιμοτυπία καθιστούσε αποδεκτές κάποιες ελληνικές παραδόσεις, η αυλική ζωή που δημιουργήθηκε ήταν δυτικού τύπου. Σε γενικές γραμμές, είναι δύσκολο να διαχωριστεί η «γερμανική μουσική» του αυλικού περιβάλλοντος από τη μουσική της Δυτικής Ευρώπης, η οποία βρισκόταν στο προσκήνιο σε όλες τις ιδιαίτερες περιστάσεις. Η στρατιωτική μουσική βρισκόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου σε γερμανικά χέρια και το μεγαλύτερο μέρος της αυλικής μουσικής κουλτούρας καταλαμβανόταν από δυτικούς χορούς και την εκτέλεση γερμανικών, γαλλικών ή ιταλικών μουσικών κομματιών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι διασταυρώσεις μεταξύ της δυτικοευρωπαϊκής και της ελληνικής μουσικής μπορούσαν να αναπτυχθούν μονάχα διστακτικά. Η καλλιέργεια της γερμανικής παραδοσιακής μουσικής καταλάμβανε έναν αρκετά μικρό χώρο εντός της Αυλής και εξυπηρετούσε σχεδόν αποκλειστικά την ιδιωτική ψυχαγωγία των μελών του ανακτόρου. Η επιρροή της Αυλής στις ακροαματικές συνήθειες των Ελλήνων είναι επίσης αδιαμφισβήτητη. Πολλοί ήρθαν σε επαφή με τη δυτική μουσική για πρώτη φορά μέσω των δημόσιων συναυλιών της στρατιωτικής ορχήστρας ή των αυλικών χορών. Ένα κλασικό παράδειγμα πολιτισμικής μεταφοράς θα μπορούσε εδώ να είναι η αποδοχή των χορών σε ζεύγη. Η έντεχνη μουσική στην Ελλάδα προσανατολίζεται σήμερα έντονα στις ευρωπαϊκές μορφές και στα ευρωπαϊκά είδη. Για την Αθήνα τα πρώτα σημεία επαφής μεταξύ της ευρωπαϊκής μουσικής και της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής προέκυψαν κατά τη βασιλεία του Όθωνα, χωρίς όμως ακόμη να οδηγούν σε διασταυρώσεις στο επίπεδο της σύνθεσης. Το πανευρωπαϊκό φαινόμενο της εθνικής σχολής της μουσικής, σύμφωνα με το οποίο από τις αρχές του 19ου αιώνα ευρωπαϊκά είδη και μορφές μουσικής τέχνης συνδυάζονταν με μελωδίες και ρυθμούς της εκάστοτε εθνικής μουσικής παράδοσης, καθυστέρησε για πολύ καιρό να έρθει στην Ελλάδα. Οι διασταυρώσεις επί μουσικών κομματιών στην Αυλή του βασιλιά Όθωνα περιορίζονταν σε συνδυασμούς που αφορούσαν μεμονωμένα τμήματα ενός έργου (π.χ. συνδυασμός τεχνικής στοιχειοθεσίας δυτικού τύπου με ελληνικό κείμενο), οι οποίοι δεν οδήγησαν στην ανάδυση μιας νέας μουσικής ταυτότητας. Οι απαρχές της ελληνικής εθνικής σχολής μουσικής εντοπίζονται στο έτος 1888 με την πρώτη ελληνική όπερα του Σπυρίδωνα Ξύνδα, δηλαδή πολύ μετά τη βασιλεία του Όθωνα.

Μετάφραση από τα γερμανικά: Μιχάλης Γεωργίου

Das deutsche „Griechenideal“ in der Zeit des Nationalsozialismus

Das Bild Griechenlands in Deutschland war spätestens seit dem 18. Jahrhundert von einem „Griechenideal“ geprägt, welches unter dem wachsenden Einfluss der Ideologen des Nationalsozialismus weiter ausgearbeitet wurde und im Rahmen einer gezielten Bildungspolitik Eingang fand in die Schulbücher und somit einen enormen Einfluss gewann. Ziel der NS-Ideologen war es hierbei, eine historische Verbindung aufzubauen zwischen dem „neuen“ Deutschland und dem alten Griechenland, dies um dem neuen Regime eine geschichtliche Tiefe zu verleihen und somit seine Legitimität gegenüber den Deutschen und dem Ausland zu stärken. Die Olympischen Sommerspiele in Berlin 1936 stellen einen Höhepunkt dieser Politik dar. Der Einmarsch deutscher Truppen nach Griechenland ab April 1941 zielte vor allem darauf ab, den wachsenden Einfluss Großbritanniens auf dem Balkan zu kontern, nachdem die Unternehmungen Italiens in der Region zum Stillstand gekommen waren. Die deutsche Eroberung Griechenlands hatte jedoch zum indirekten Ergebnis, dass Tausende deutsche Soldaten ihr vorgeformtes Griechenlandbild mit der Realität des Landes und seiner Einwohner konfrontiert sahen, was sehr bald in Entzauberung und wachsender Geringschätzung mündete.

Νέα άρθρα

Τέοντορ ΚιντΟ Τέοντορ Κιντ (Theodor Kind, 1799–1868) από τη Λειψία ήταν φιλέλληνας και λογοτεχνικός, γλωσσικός και πολιτισμικός δια
Ernst Meyer Ernst Meyer (1898–1975) war ein deutscher Althistoriker, der in den 1920er Jahren den ersten der auf vier Bände angelegten Geschichte der griechischen Staatswirtschaft (Ιστορία της ε
Niki EideneierNiki Eideneier, geb. Anastassiadi (geb. 1940) ist eine deutsch-griechische Neogräzistin und Literaturübersetzerin, die sich als langjährige Leiterin des Kölner Romiosini Verlages (1982–2014) bes

Νέοι φάκελοι

Die deutsch-griechischen Verflechtungen zur Zeit König Ottos

In keiner Phase der jüngeren und jüngsten Geschichte Griechenlands hat die Einführung staatlicher Institutionen zu einer vergleichbaren gesellschaftlichen und kulturellen Transformation beigetragen wie in den drei Jahrzehnten unter der Herrschaft von König Otto.

Die deutschen Philhellenismen

Das Dossier umfasst verschiedene Felder der deutsch-griechischen Verflechtungen, die bislang für gewöhnlich unter dem einheitlichen Begriff des deutschen Philhellenismus (bzw. des Mishellenismus) subsummiert wurden. Den ersten Angelpunkt der Konferenz bildet die Neubewertung der Rezeptionen von 1821 in den deutschsprachigen Ländern und die Mobilisierung, die sie in Verbindung mit den politischen Bewegungen nördlich der Alpen hervorriefen. In diesen Bewegungen waren freilich von vornherein eine politische und eine kulturelle Komponente miteinander verflochten, die politische Bewegung des Philhellenismus und die aus der einschlägigen Literatur bekannte „Tyrannei Griechenlands über Deutschland“. Selbstverständlich darf die Rolle der griechischen Gemeinden des deutschsprachigen Raumes in diesem Zusammenhang nicht vergessen werden. Den zweiten Angelpunkt bildet die Untersuchung der Transformationen, die diese politisch-kulturelle Verflechtung in den 200 Jahren nach dem Ausbruch der Griechischen Revolution erfuhr.

Deutsch-griechische Verflechtungen vom Deutschen Kaiserreich bis zum Einmarsch der Wehrmacht in Griechenland

Die Sehnsucht der gebildeten Deutschen nach dem, was sie als die Wiege ihrer persönlichen und gesellschaftlichen Identität ansahen, blieb auch in diesen Jahren unvermindert, während sich die Griechen, die auf dem Wege der Bildung zu gesellschaftlicher Reputation gelangen wollten, hauptsächlich (wenn auch nicht ausschließlich) durch die Augen der Deutschen sahen.